Τ’ αη’Λιώς κάποτε……στη Ναύπακτο !!!!

Τ’ αη’Λιώς κάποτε……στη Ναύπακτο !!!!

01_07_08_b

-Από τον παλιό μας Έπαχτο.!!!!

Αν εξαιρέσει κανείς τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, με την μακρόχρονη αναμονή και προετοιμασία, όλες οι άλλες χριστιανικές γιορτές πρέπει να είναι εξ ίσου σημαντικές, ανεξάρτητα από τα χαρίσματα και την δοκιμασία κάθε αγίου. Όμως υπάρχουν και κάποιες γιορτές, για τις οποίες νοιώθουμε ιδιαίτερη συγκίνηση· είναι αυτές του πολιούχου της πόλης και εκείνων των αγίων, στην μνήμη των οποίων υπάρχει στον τόπο Εκκλησία. Τέτοιες γιορτές έχομε, εκτός από αυτή του πολιούχου Αη-Δημήτρη, της Αγίας Παρασκευής, του Αη-Γιώργη, του Αγίου Διονυσίου –εορτή αυτή των Ναυτικών μας– του Αγίου Στεφάνου και του Αη-Λιώς, στις 20 Ιουλίου, το κατακαλόκαιρο. Κατά τις θρησκευτικές αυτές γιορτές είναι πιο ανοικτή, νομίζω, η ψυχολογία μας και ζωντανά στην μνήμη μας τα από αυτές βιώματά μας, όπως έτσι έχουν μείνει και σε μένα από τα παιδικά μου χρόνια, οι αναμνήσεις από την γιορτή του Προφήτη Ηλία.

 Το Εκκλησάκι του, πάντα σε κορφές, είναι χτισμένο στο τέταρτο διάζωμα του Κάστρου μας. Πότε χτίσθηκε, δεν είναι γνωστό. Όπως έχει γράψει ο Γερμανός περιηγητής Ludwig Salvator, στο οδοιπορικό του, η Εκκλησία αυτή μετασκευάσθηκε από Τζαμί, το Τζαμί του Μπαμπά-Τσαούς, που σε τέτοιο είχε μετασκευασθή προϋπάρχουσα χριστιανική Εκκλησία. Θυμάμαι, ότι δεξιά στον εισερχόμενο στην Εκκλησία υπάρχει το κατάλοιπο του μιναρέ του Τζαμιού.

 Σαν έφτανε η παραμονή της γιορτής, ετοιμαζόμαστε ν’ ανεβούμε για να προσκυνήσουμε την χάρη Του. Τα παιδιά της γειτονιάς μου φτιάχναμε την δική μας συντροφιά. Από τις 10 το πρωΐ το σήμαντρο, όπως λέγαμε την καμπάνα, ακουγόταν κάθε τόσο, για να μας θυμίση, να θυμίση όλη την πόλη, την εορταστική επέτειο. Ντυμένοι με τα καλά μας, ξεκινούσαμε παίρνοντας την ανηφοριά. Για την ανάβαση υπήρχαν αρκετοί δρόμοι, που κάθε χρονιά κι’ αλλάζαμε: ο ένας ήταν από την ανατολική πλευρά του περιβολιού του Φράγκου, όπως είχεν μετονομασθή το περιβόλι του Ευθ. Πλαστήρα, μετά τον γάμο της κόρης του με τον Λάμπρο Φράγκο, που μας έβγαζε στο Φαλτσοπορτίκι· από εκεί στον Πλάτανο· ο δεύτερος ήταν πάλι από τα Φραγκέϊκα, δυτικά τώρα, που κατέληγε κι’ αυτός στον Πλάτανο. Εκεί ήταν το μεγάλο πλατάνι, που για ν’ αγκαλιαστή χρειαζόταν επτά ανδρικές αγκαλιές. Ο τρίτος ήταν ένα γκαλντερίμι, από τα ανατολικά του Αη-Δημήτρη, που οδηγούσε στην Τάπια, που στην τουρκοκρατία προστάτευε την Μετρόπολη Πόρτα, κι’ από εκεί η σκάλα οδηγούσε στο Ρολόϊ, απ’ όπου απολαμβάναμε την θέα της μικρής τότε πόλης μας και του λιμανιού με τα καΐκια. Ο τέταρτος δρόμος ήταν από γκαλντερίμι, που άρχιζε από του Μέμου και μέσω της βρύσης του Παπά, ακριβώς κάτω από το Ρολόϊ, και έφτανε στη Σιδηρόπορτα, στην οποία κατέληγε, και ο πέμπτος δρόμος από τη Καμάρα του Μπότσαρη. Εκτός από τον πέμπτο, όλοι οι άλλοι δρόμοι περνούσαν από βρύσες, όπου σταματούσαμε να πιούμε λίγο νερό και να ξεκουραστούμε, γιατί πάντα η νεότητα είναι βιαστική.

 Ύστερα άρχιζε η ανηφοριά, από την Τάπια του Τσαούς, σ’ ένα φιδωτό μονοπάτι, που μας έφερνε στην άλλη Σιδηρόπορτα με το λιοντάρι της Βενετιάς. Μπαίναμε πια στο τρίτο διάζωμα με τα μεγάλα πεύκα· δεξιά ένας μεγάλος βράχος, στον οποίο ήσαν ανάγλυφες οι οπλές βοδιού, που με τις δάφορες αφηγήσεις προκαλούσε την φαντασία μας. Περνώντας μια πύλη ακόμη φτάναμε στο τέταρτο διάζωμα, σ’ ένα πλάτωμα, του οποίου είναι η Εκκλησία. Δεν ανηφορίζαμε όμως αμέσως για τη κορφή· τώρα το γκαλντερίμι ήταν δύσκολο, καθώς ήταν διάσπαρτο από τις ξηραμένες βελόνες των πεύκων, που θέλαν μεγάλη προσοχή, για να μη κατρακυλήση κανείς. Προτιμούσαμε το μονοπάτι δεξιά, για ν’ ανεβούμε στο Σήμαντρο, την καμπάνα που δέσποζε πάνω στα τείχη, για να σημάνουμε και να δηλώσουμε κι εμείς την παρουσία μας… Από εκεί μια μικρή ανηφοριά μας έφερνε στον Προφήτη Ηλία.

 Δεν περνούσε πολλή ώρα και έφθανε ο παπα-Κάρμας, ένας άρχοντας Ιερέας της Ενορίας της Αγίας Παρασκευής, στην οποία είχε υπαχθή ο Προφήτης Ηλίας. Τον έφερνε με το άλογό της η αγωγιάτισσα Καλή και ακολουθούσαν ορισμένοι επίτροποι. Λίγοι πάντα οι προσκυνητές την παραμονή. Σε κατανυκτική ατμόσφαιρα γινόταν ο Εσπερινός, κατά τον οποίον ακούγαμε από τον Ιερέα μας και τον ψάλτη, τον Κώστα Κονταξή, το τροπάριο “ο ένσαρκος άγγελος των προφητών η κρηπίς…”.Μετά τον Εσπερινό κατεβαίναμε, γιατί έπαιρνε γρήγορα το βράδυ. Ο παπα-Κάρμας και οι Επίτροποι έμεναν εκεί για την λειτουργία της επομένης. Κοιμόντουσαν έξω από την Εκκλησία στο χώμα· όταν επιστρέφαμε, βλέπαμε την ανταύγεια από την ασετυλίνη, που τους φώτιζε την συντροφιά…

 Την άλλη μέρα από το πρωΐ, στις έξι η ώρα, άρχιζε το σήμαντρο κι εμείς ξεκινούσαμε πάλι πριν ακόμη σκάσει ο ήλιος. Γέμιζε σιγά-σιγά η Εκκλησία και το πλάτωμα μπροστά της. Οι μεγαλύτεροι, όσοι μπορούσαν, το είχαν τάξει ν’ ανεβούν, ν’ ανάψουν το κερί και να προσκυνήσουν την χάρη Του. Φτάναν συντροφιές – συντροφιές…

Χειροθετημένος αναγνώστης, κλεινόμουνα στο Ιερό, για να υπηρετώ τον Ιερέα, έχοντας πάντοτε έτοιμο το θυμιατό, κόβοντας το αντίδωρο –“μεγάλα, Γιάννη”, ήταν η προσταγή του– ετοιμάζοντας το “ζέον”, κρατώντας το μανουάλι στην μικρή και τη μεγάλη Είσοδο, πάντα πρόθυμος να εκτελέσω τις εντολές του. Τον σεβόμουνα πολύ και τον αγαπούσα τον πολιό αυτόν Ιερέα, που διακρινόταν για την θρησκευτική του σοβαρότητα, αλλά και το γλυκό και δίκαιο λόγο του, που τον είχαν επιβάλει στην επαχτίτικη κοινωνία.

 Όταν τέλειωνε η λειτουργία, ήμουν και πάλι ελεύθερος να συναντήσω την συντροφιά μου. Καμμιά φορά υπήρχαν πωλητές με κοκοράκια στο καλάμι ή και με λεμονάδες, που μόλις πίνονταν ζεστές όπως ήσαν. Κι ύστερα αρχίζαμε –μέ την περιδιάβαση προς τις υδαταποθήκες με τις νυχτερίδες κι ανεβαίναμε στο πέμπτο, το τελευταίο διάζωμα, απ’ όπου αγνατεύαμε το βουνό και το Λιοστάσι από την σκεπή της Στρατώνας, για να κατεβούμε μετά στις δύο υδαταποθήκες του πέμπτου διαζώματος, όπου σε ένα μόλις φωτιζόμενο από τις ακτίνες του ηλίου σκοτεινό και πανύψηλο ισόγειο υπήρχε, όπως το συντηρούσε η παράδοση η “Οπή” της διαφυγής…

 Κι ύστερα, όταν πια είχαμε αποκάμει από το ανέβα – κατέβα στα τείχη κι αποχαιρετούσαμε με το σήμαντρο το θρησκευτικό μέρος της γιορτής, κατεβαίναμε όλοι οι προσκυνητές στο Πλατάνι με την τουρκική βρύση. Κάτω από την πλούσια σκιά του παίρναν όλοι θέση για το μεσημεριανό γλέντι –πολλές φορές και με όργανα– Πολλοί είχαν μαζί τους κάποια ετοιμασία κι άλλοι βολεύονταν από κάποιο πρόχειρα στημένο για την μέρα μαγαζί. Από την σύναξη αυτή δεν έλειπαν ποτέ η κυρα -Ρήνα του Ναούμη, η κυρα-Ρήνα η Κολονιώταινα και η σουλιωτοπούλα κυρα-Κική του Πανομάρα με τα “αληπασίτικα” και τα “συμπαθητικά” τραγούδια τους, μέχρι που άρχιζε το ξεφάντωμα από όλους και όλες, που πιάνονταν στον χορό, γύρω από το Πλατάνι, μέχρι αργά το απόγευμα που άρχιζε η επιστροφή.Περνούσαμε από τα ολοκάθαρα ασβεστωμένα σπίτια με τις αυλές πλημμυρισμένες στα λουλούδια, την πόρτα ανοιχτή για τους επισκέπτες και τα μικρά παράθυρα, που τα στόλιζαν τα κεντημένα κουρτινάκια.

 Αυτή είναι η μνήμη και η συγκίνησή μου από έναν κόσμο αγαπημένο, αδελφωμένο, συμπαραστάτη στον συνάνθρωπό του, που χάνεται, φεύ, σιγά-σιγά αφήνοντας πίσω την ομορφιά και την ζεστασιά της ανθρωπιάς του.

Το άρθρο αυτό είναι του αείμνηστου Ναυπάκτιου λογοτέχνη και συγγραφέα Γ.Βαρδακουλά και είναι αφιερωμένο σε όλους τους παλιούς Ναυπάκτιους που δεν βρίσκονται ανάμεσά μας και που γι’αυτούς η γιορτή αυτή είχε ιδιαίτερη αξία!!!

Leave a Comment