Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterPin on Pinterest0

Χωρίς τόλμη, δεν υπάρχει επιτυχία.

Ο Ελληνοαμερικανός μάγος της διαφήμισης και των περιοδικών Τζορτζ Λόις, «ξεφυλλίζει» εξώφυλλά του που έμειναν στην ιστορία.

Της Μαργαρίτας Πουρνάρα

Εν έτει 1954, ο 23χρονος Ελληνοαμερικανός Τζορτζ Λόις, έπιασε δουλειά στην περίφημη διαφημιστική εταιρεία Doyle Dane Bernbach. Την πρώτη ημέρα, το αφεντικό του ζήτησε να του φέρουν όλα το υλικό από τα γυρίσματα μιας ρεκλάμας για φαγητό. Εκείνος δεν δίστασε να αφήσει τις τσιπούρες του σποτ πάνω στο γραφείο του διευθυντή του με ένα σημείωμα που έλεγε «Όπως ζητήσατε» και την υπογραφή του. Ήταν μια έμπνευση της στιγμής που τον οδήγησε σε μια μεγαλειώδη καριέρα στη διαφήμιση με κορυφαίες καμπάνιες όπως εκείνη της Xerox (με έναν χιμπατζή που έβγαζε συνεχώς φωτοτυπίες για να αποδείξει πόσο εύκολο ήταν), του MTV (I want my MTV) και του πρωτοεμφανιζόμενου σχεδιαστή Tommy Hilfiger.

Η μεγαλύτερή του επιτυχία ήταν όμως τα εξώφυλλα του Esquire της χρυσής δεκαετίας 1962-1972 που έμειναν στην ιστορία για τα ευφυή, προκλητικά τους μηνύματα, όπως αυτό με τον Μοχάμεντ Αλι να παριστάνει με το λευκό του σορτσάκι τον Άγιο Σεβαστιανό, που δέχεται δεκάδες βέλη. Το 2008 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης παρουσίασε έκθεση με 40 από αυτά τα οποία αγόρασε για τη μόνιμη συλλογή του. Ο «Χρυσός Έλληνας της διαφήμισης» ξετυλίγει στην «Κ» τον μίτο μιας ζωής που θα άξιζε να γίνει cover story.

Από τη Ναύπακτο στο Μπρονξ

«Ο πατέρας μου, Χαράλαμπος Λόης, γεννήθηκε στο χωριό Καστανιά της Ναυπάκτου. Όταν ήταν παιδί έβοσκε πρόβατα. Ο παππούς μου πούλησε κάποια κοπάδια και τον έστειλε σε ηλικία 13 ετών, το 1907, ολομόναχο στην Αμερική. Στα 20 του χρόνια άνοιξε ένα ανθοπωλείο πολυτελείας στην Μπρόντγουεϊ. Όπως όλοι οι μετανάστες εκείνης της γενιάς ήταν ένας μικρός ήρωας, δούλεψε, έμαθε άπταιστα τη γλώσσα. Στα 28 του, του προξένεψαν μια ξανθιά, γαλανομάτα Ελληνίδα της Αμερικής που μαγείρευε υπέροχα. Είχαν έναν θαυμάσιο γάμο με τη μάνα μου. Όχι μόνο δεν πήρε προίκα αλλά έδωσε χρήματα στον παππού μου.

Εγώ μεγάλωσα στο Μπρονξ σε μια γειτονιά σκληροτράχηλων Ιρλανδών που ήταν ρατσιστές με τους μη συμπατριώτες τους. Ένιωθα σαν νέγρος σε κλοιό λευκών. Όταν κακολογούσαν την Ελλάδα πάντα καταλήγαμε στα χέρια. Είχα σπάσει τη μύτη μου πολλές φορές. Ευτυχώς ήμουν ταλαντούχος μποξέρ. Επίσης ζωγράφιζα καλά και με έστελναν σε καλλιτεχνικό λύκειο. Κάθε μεσημέρι γύριζα σπίτι με τα σύνεργα της ζωγραφικής, μπλοκ, χάρακες κ. ά. Στον δρόμο για το πατρικό, οι συνομήλικοι Ιρλανδοί με προκαλούσαν, μου φώναζαν “Τζορτζ, είσαι αδελφή!”. Εγώ άφηνα κάτω ό, τι κρατούσα στα χέρια μου και πλακωνόμουν στις μπουνιές σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο. Δεν παραπονιέμαι καθόλου. Έτσι ήταν τότε η Νέα Υόρκη, αυτή ήταν η τελετή της ενηλικίωσης για ένα αγόρι που δεν ζούσε με ομοεθνείς του. Έπρεπε να αποδείξει ότι έχει κότσια. Στο τέλος γίναμε φίλοι με όλους αυτούς που δερνόμασταν».

Το καλωσόρισμα

– Πότε πήγατε στην Ελλάδα πρώτη φορά;

– Σε ηλικία 30 ετών, παρέα με τον πατέρα μου. Είχαν βγει συγχωριανοί από τα σπίτια και φώναζαν με δάκρυα στα μάτια «Ο Χαράλαμπος γύρισεεεεε» γιατί είχαν να τον δουν πολλά χρόνια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις φωνές τους, το καλωσόρισμα στην πατρίδα. Η ελληνική μου καταγωγή με βοήθησε όσο τίποτα άλλο να επιτύχω. Με έκανε πιο ευέλικτο, να μην παίρνω τίποτα ως δεδομένο, να αμφισβητώ. Στο απόγειο της καριέρας μου με αποκαλούσαν «Ο Χρυσός Έλληνας της διαφήμισης». Ήταν ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής. Ένιωθα ότι κάτι κέρδιζε και η πατρίδα από τις επιτυχίες των Ελληνοαμερικανών. Εκείνη την εποχή μάλιστα αυτός ο εργασιακός χώρος ήταν στα χέρια σνομπ Αμερικανών, ένα πριβέ κλαμπ. Οι άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής δεν ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτοι.

Το πιο τολμηρό πράγμα που έκανα τότε πέραν της δουλειάς – και μη σας φανεί αστείο- ήταν ότι δεν παντρεύτηκα Ελληνίδα αλλά Πολωνίδα, κάτι που σόκαρε τους γονείς μου και ολόκληρη την ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Τότε, το 1950 ήταν ανήκουστο να διαλέξεις νύφη άλλης εθνικότητας. Ήμουν 19 ετών και αποφασισμένος ότι βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου. Είμαστε μαζί 60 χρόνια. Κάναμε δύο γιους, τον Χαράλαμπό μου, τον έχασα σε ηλικία 20 ετών από καρδιά. My leventi… Ήταν το πιο σκληρό πράγμα στη ζωή μου που με έμαθε ότι όλα είναι φθαρτά. Ο δεύτερος γιος μου ο Λουκάς με βοηθά σήμερα στη δουλειά μου.

Γεώργιε πρόσεχε !

– Τι σας έκανε να πετύχετε;

– Στη ζωή μου δεν φοβήθηκα ποτέ να πάρω ρίσκα. Χωρίς τόλμη δεν υπάρχει επιτυχία. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, είχα από νέο παιδί μεγάλη εμπιστοσύνη στις ιδέες μου. Πάντα φλέρταρα με τα όρια, ακροβατούσα με τη βεβαιότητα ότι δεν θα πέσω ποτέ κάτω. Κάπως έτσι βρέθηκα από τον πάγκο του ανθοπωλείου στη σκληρότερη πιάτσα της Νέας Υόρκης, τη διαφήμιση. Τότε οι δημιουργικοί διευθυντές δεν είχαν το κύρος που έχουν σήμερα. Κάθονταν σε ένα γραφείο και έκαναν γραφιστικές δουλειές. Εγώ ήμουν άνθρωπος ορχήστρα, έβρισκα το κόνσεπτ, έκανα τα κείμενα, τα λογότυπα. Κάπως έτσι ήρθε η επιτυχία.

Τα διηγούμαι στο βιβλίο μου «George Be careful». Ως εικονογράφηση είχα το χέρι του Θεού του Μιχαήλ Αγγέλου από την Καπέλα Σιστίνα και από κάτω τη φράση «Γεώργιε πρόσεχε». Ο τίτλος είναι ειρωνικός, ήταν το αντισλόγκαν μου διότι ποτέ δεν έπαιρνα τον σίγουρο δρόμο. Αν θες την ασφάλεια δεν θα παράξεις κάτι ερεθιστικό, αμφιλεγόμενο, που να φέρει τους άλλους στα άκρα.

Ποιες θεωρείτε τις πιο αντισυμβατικές δουλειές σας;

– Το 1963 ήρθε ο εκδότης μου και ζήτησε να του κάνω ένα χριστουγεννιάτικο εξώφυλλο στο Esquire. Έντυσα Αϊ Βασίλη έναν μαύρο μποξέρ, έναν motherfucker τον οποίον μισούσαν όλοι επειδή είχε νικήσει τότε τον πιο γνωστό αστέρα της πυγμαχίας. Κυριολεκτικά ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελες να δεις μπροστά σου και εμείς τον τρίψαμε στο πρόσωπο της συντηρητικής λευκής Αμερικής που αγόραζε το περιοδικό. Το ίδιο έγινε και με το πιο αντιπολεμικό μου εξώφυλλο που είχε απλώς τη φράση «Θεέ μου νομίζω ότι πυροβολήσαμε ένα κοριτσάκι» πριν γίνουν οι αποκαλύψεις για το Μάι Λάι. Συνόψιζε όλο το πνεύμα του Πολέμου του Βιετνάμ, τις σφαγές των αμάχων σε μια περίοδο που πίστευαν ότι στέλνουμε τα Αμερικανάκια να πετσοκοπούν για την ελευθερία στον πλανήτη. Εγώ όμως που είχα πάει 2 χρόνια στον Πόλεμο της Κορέας, ήξερα από πρώτο χέρι την ιστορία που προσπαθούσαν να περάσουν στην κοινή γνώμη. Γι’ αυτό θεωρώ αλήτες τον Μπους και τον Τσέινι. Πριν από δύο χρόνια με φώναξαν να βγάλω μια ομιλία σε δημοσιογράφους των μεγαλύτερων αμερικανικών περιοδικών. Από το βήμα, τους επιτέθηκα λέγοντάς τους πως με την ανοχή τους ή τη συνεργασία τους κατάφεραν να περάσουν στην κοινή γνώμη ότι οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι για το συμφέρον της ανθρωπότητας. Στο τέλος σηκώθηκαν όλοι και με χειροκρότησαν.

Κάποτε σώσατε την USA Today από εμπορική καταστροφή. Πώς βλέπετε το ψηφιακό μέλλον των εντύπων;

– Όταν διαβάζεις κάτι σε μια οθόνη αντί σε μια εφημερίδα είναι ακριβώς σαν να κοιτάς μια όμορφη γυναίκα αντί να της κάνεις έρωτα. Το έντυπο το χαίρεσαι, είναι αισθησιακό, απτό, κρατάς τις σελίδες. Για να επιζήσει όμως πράγματι πρέπει να προσφέρει κάτι που δεν έχουν οι υπόλοιποι. Τα σημερινά εξώφυλλά των περιοδικών είναι δράμα. Καμιά έξυπνη ιδέα, τίποτα αυθεντικά προκλητικό αλλά δοκιμασμένες, απίστευτα βαρετές συνταγές με κάποιον σταρ που σε κοιτάει κατάματα, περιτριγυρισμένο από φρασούλες που διαφημίζουν τα καλούδια του περιοδικού. Κάθε τόσο μου στέλνουν γραφίστες και διαφημιστές, δείγματα της δουλειάς τους με την υποσημείωση ότι έχουν εμπνευστεί από τη δική μου πορεία. Λυπάμαι που το λέω αλλά είναι ό, τι πληκτικότερο έχω δει. Με αντιμετωπίζουν σαν μια ακραία φιγούρα της δεκαετίας του ’60 που ανέβασε τον πήχη και ύστερα ήρθαν αυτοί να ξαναβάλουν τα πράγματα στη θέση τους, στον πολτό που καταπνίγει ευφυείς παραφωνίες, ιδιαιτερότητα, τόλμη.

Ο Ωνάσης, η Χούντα και η καμπάνια

– Γιατί οι Έλληνες τα πάνε καλά στο εξωτερικό;

– Γιατί έχουν προσαρμοστικότητα. Εγώ λ. χ. σας λέω πόσο υπερήφανος είμαι για την καταγωγή μου. Είμαι όμως και βαθιά Αμερικανός, Νεοϋορκέζος. Μπορούσα όχι μόνο να καταλάβω τον τρόπο σκέψης αλλά και να είμαι μπροστά από την εποχή μου. Το ίδιο ισχύει για όλους τους Έλληνες που τα καταφέρνουν εκτός συνόρων. Όπως ο Ωνάσης. Τον γνώρισα από κοντά το ’60. Άκουσε για μένα και του άρεσε που ήμουν Έλληνας και έβγαζα τη γλώσσα στους Αμερικανούς. Με φώναξε στο Ολύμπικ Τάουερ στην Πέμπτη Λεωφόρο. Ήταν ωραίος τύπος με απίστευτο χιούμορ και γούσταρε επίσης να προκαλεί. Παντρεύτηκε την Τζάκυ για να μπει στα ρουθούνια των Αμερικανών.

Είχατε στενές σχέσεις με την ομογένεια;

– Οι αδελφές μου ζούσαν πολύ μέσα στην ομογένεια, σε μια μικρογραφία της Ελλάδας. Εγώ ήμουν λίγο διαφορετικός. Πολιτικά ήμουν πάντοτε προοδευτικός και δεν το έκρυψα ποτέ. Όταν έγινε η χούντα έκανα μια καμπάνια με τίτλο «Δάκρυα για την Ελλάδα» για να μαζέψω χρήματα για την ανατροπή των συνταγματαρχών. Η ] ]>

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterPin on Pinterest0

Leave a Comment