Γεώργιος Ανεμογιάννης – Ένας ξεχασμένος ήρωας.

bb

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗΣ – ΕΝΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΗΡΩΑΣ

του Κώστα Σακαρέλου

Τα πυρπολικά ήταν σαπιοκάραβα ή πλοία πολύ φτηνής κατασκευής, που τα γέμιζαν με εύφλεκτα υλικά και τα χρησιμοποιούσαν ως μέσο πυρπόλησης εχθρικών πλοίων και πρόκλησης πανικού στα πληρώματά τους.

Ένας τολμηρός ναύτης, κωπηλατώντας αθόρυβα, πήγαινε και αγκίστρωνε το πυρπολικό στο εχθρικό πλοίο – στόχο. Αμέσως μετά έβαζε φωτιά και, λίγο πριν αυτό εκραγεί, επιβιβαζόταν στη βάρκα συντρόφων του που τον ακολουθούσαν κι απομακρύνονταν γρήγορα, παραδίδοντας στο έλεος των εκρήξεων και της φωτιάς το εχθρικό καράβι. Σε επίσημα έγγραφα και σε άλλα κείμενα της εποχής της Επανάστασης, τα πυρπολικά αναφέρονται και ως «ηφαίστεια».

Τα πυρπολικά πλοία ήταν σε χρήση από την αρχαιότητα. Η πιο γνωστή περίπτωση σχετίζεται με την πολιορκία της Τύρου από τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μόνο που εκεί δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον άλλων πλοίων, αλλά για το κάψιμο του ξύλινου μόλου που κατασκεύαζαν στη θάλασσα οι Μακεδόνες, προκειμένου να φτάσουν στην πόλη και να την καταλάβουν.

Η παλαιότερη ιστορική αναφορά σε χρήση πυρπολικών εναντίον εχθρικών πλοίων σχετίζεται με την αντίσταση των Συρακουσίων στον αθηναϊκό στόλο, όταν αυτός πραγματοποίησε την εκστρατεία στη Σικελία (415-413 π.Χ.).

Την εποχή του Μεγάλου Ξεσηκωμού, τα ελληνικά σιταράδικα, που μετατράπηκαν για χάρη του Αγώνα σε πολεμικά πλοία, είχαν πολλά μειονεκτήματα, συγκριτικά με τα τουρκικά πολεμικά. Τα ελληνικά πλοία διέθεταν ελαφρά πυροβόλα των 12 ή, το πολύ, των 18 λίτρων, ενώ τα τουρκικά ήταν εξοπλισμένα με πυροβόλα των 36 και των 48 λίτρων. Αλλά και για την περίπτωση της εμβολής (ρεσάλτο), τα ελληνικά πλοία ήταν χαμηλότερα και επανδρωμένα με ολιγάριθμο πλήρωμα, συγκριτικά με τα τουρκικά, που πλεονεκτούσαν και αριθμητικά. Έτσι δεν απέμενε άλλη λύση από εκείνη των πυρπολικών. Γράφει σχετικά ο ναύαρχος Γ. Σαχτούρης στο «Ημερολόγιό» του: «Τα πυρπολικά είναι η ψυχή του ναυτικού μας και χωρίς αυτά τίποτε ή πολλά ολίγον δυνάμεθα να βλάψωμεν τον εχθρόν δια το ασύγκριτον των πλοίων μας με τα υπέρογκα του εχθρού».

Στις αρχές Ιουνίου του 1821 ο ελληνικός στόλος, με την υποστήριξη ρουμελιώτικων στρατευμάτων, επιχείρησε να απελευθερώσει την Ναύπακτο και το Αντίρριο, χωρίς όμως επιτυχία. Λίγες ημέρες αργότερα, ο στόλος αποφάσισε να χτυπήσει μόνος τα τουρκικά καράβια, που ήταν αγκυροβολημένα κάτω από το κάστρο της Ναυπάκτου. Για την επίτευξη του σκοπού τους οι Έλληνες σκέφτηκαν τη λύση του πυρπολικού.

Αφού εξασφάλισαν ένα παλιό, μικρό ιστιοφόρο από το Γαλαξίδι, το γέμισαν με καυσόξυλα, μπαρούτι και ρετσίνι και το μετέτρεψαν σε «ηφαίστειο». Τη μετατροπή πραγματοποίησε ένας λοστρόμος του πλοίου του καπετάν Μπόταση, ονόματι Μυργιαλής*. Όταν αυτό ετοιμάστηκε, οι Έλληνες καπετάνιοι αναζήτησαν στα πληρώματα των καραβιών τους εθελοντή κυβερνήτη του «μπουρλότου». Κανένας από τους οχτακόσιους, περίπου, ναύτες του στόλου δεν προθυμοποιήθηκε, παρά μονάχα ένα ναυτόπουλο από τους Παξούς, που το έλεγαν Γιώργη.

Οι καπετάνιοι του στόλου, καθώς τον είδαν έτσι ντροπαλό και νέο, τον ρώτησαν τι ζητούσε για πληρωμή του. Ο Γιώργης, χαμογελαστός, τους απάντησε: «Τώρα δεν θέλω τίποτα. Σαν δώσει όμως ο Θεός και πετύχω, θα σας πάρω από δέκα τάλλαρα να κάνω ένα δώρο στην αρραβωνιαστικιά μου».

Την αυγή της 10ης Ιουνίου 1821, κάθισε ο Γιώργης στο τιμόνι μονάχος και πίσω έσερνε τη βάρκα, τη «σκαπαβία» όπως την έλεγαν, με το πλήρωμά της, που θα τον έπαιρνε όταν θα έβαζε τη φωτιά στο μπουρλότο. Σε απόσταση ακολουθούσε το μπρίκι «Λυκούργος». Οι Τούρκοι τους πήραν χαμπάρι και άρχισαν από το κάστρο, πάνω στον λόφο, τους κανονιοβολισμούς, καθώς και από τις επάλξεις στην είσοδο του λιμανιού και από τα πλοία του στόλου τους. Τότε ο καπετάνιος της βάρκας, ο Σπετσιώτης Μυργιαλής, θες από φόβο θες από βιασύνη, έβαλε πρόωρα φωτιά στο μπουρλότο, μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Παξινός. Το μπουρλότο λαμπάδιασε. Από τη βάρκα φωνάζαν στον Γιώργη να το εγκαταλείψει. Να πέσει στη θάλασσα για να γλιτώσει. Εκείνος όμως αρνιόταν πεισματικά και προσπαθούσε επίμονα να κολλήσει το πυρπολικό στα σπλάχνα ενός από τα τουρκικά καράβια, φωνάζοντας: «Αδέρφια, λευτεριά δε ζητάτε; Ας χαθώ εγώ πρώτος γι’ αυτήν!»

Η πλώρη του πυρπολικού καιγόταν, ενώ τα τουρκικά πολεμικά εξακολουθούσαν να ρίχνουν βροχή τις μπάλες τους. Παρόλα αυτά, εκείνος δεν έφευγε. Συνέχιζε να παλεύει με τη φωτιά, τα τουρκικά βόλια και τον χρόνο.

Κρεμάστηκε με ένα σχοινί από την πρύμνη και, κρεμασμένος καθώς ήταν, προσπαθούσε να οδηγήσει το «ηφαίστειο» στα πλευρά του τουρκικού πολεμικού. Όταν οι φλόγες τον έδιωξαν και από εκεί, έπεσε στη θάλασσα και προσπαθούσε να πετύχει τον σκοπό του κολυμπώντας, μέχρι που τουρκικές βάρκες τον κύκλωσαν και τον έπιασαν, ενώ έσυραν και το μπουρλότο μακριά από τα πλοία τους.

Οι Έλληνες καπετάνιοι προσπάθησαν να του σώσουν τη ζωή, προσφέροντας στους Τούρκους ομοθρήσκους τους σκλάβους και χρήματα, χωρίς αποτέλεσμα όμως.

Τον έφεραν στο κατάστρωμα μιας φρεγάτας. Εκεί οι Τούρκοι τον έψησαν στη σούβλα σαν αρνί, «υπό την όψιν του ελληνικού στόλου», σύμφωνα με τον Ορλάνδο. Στη συνέχεια, το απανθρακωμένα σώμα του Γιώργου το κρέμασαν για αρκετές ημέρες στο κάστρο «ως λάβαρο της βαρβαρότητάς τους».

Ο Δημήτριος Φωτιάδης τοποθετεί τον Γιώργο Ανεμογιάννη στο Πάνθεο των Ηρώων, δίπλα στον Αθανάσιο Διάκο και τον Κυναίγειρο, ο οποίος επιχείρησε να κρατήσει με τα χέρια του τα περσικά πλοία, μετά την μάχη του Μαραθώνα.

Σε ανάμνηση του ηρωισμού του και της αυτοθυσίας του για το αγαθό της λευτεριάς, στήθηκε Μνημείο του Γιώργου στον τόπο όπου μαρτύρησε, στον ενετικό προμαχώνα στην είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο νησί των Παξών.

* (κατ’ άλλους Μυργιάλης)

Πηγές: 1. Δημήτριος Φωτιάδης: «Κανάρης», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1950, σελ.76

2. Ε – Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, «Το 1821 και οι αθέατες όψεις», αφιέρωμα

3.  Αναστάσιος Ορλάνδος: «Ναυτικά», τόμος Α΄, σελ.136    

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...