bb
Η Έκθεση του ΟΗΕ για τις ανισότητες: μείωση της παγκόσμιας φτώχειας, αύξηση των ανισοτήτων

Η Έκθεση του ΟΗΕ για τις ανισότητες: μείωση της παγκόσμιας φτώχειας, αύξηση των ανισοτήτων


13/02/2020 – 15:40

Η ετήσια Έκθεση του ΟΗΕ το 2019 είναι αφιερωμένη στις ανισότητες. (Human Development Report. Inequalities in human development in the 21st century, UNDP, 2019). Καταγράφει την εξέλιξη και τη δυναμική των ανισοτήτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες και προτείνει μέτρα για τη μείωση τους. Η ανάλυση εδράζεται στην διάκριση των ανισοτήτων του 20ου αιώνα, από αυτές του 21ου αιώνα.

Τον 20ο αιώνα οι ανισότητες αφορούσαν πρωτίστως την ακραία φτώχεια, την αδυναμία κάλυψης των “βασικών αναγκών”. Στον 21ο αιώνα αφορούν περισσότερο τις “σχετικές” ανισότητες, αυτές που προκύπτουν από την άνιση κατανομή του πλούτου, τις ανισότητες στην εκπαίδευση και τις διακρίσεις βάσει του φύλου, της εθνότητας,  του χρώματος.

Η Έκθεση καταλήγει σε μία απλή διαπίστωση. Οι ανισότητες του 20ου αιώνα μειώθηκαν δραστικά, και θα συνεχίσουν να μειώνονται την επόμενη δεκαετία. Οι σχετικές ανισότητες αντίθετα, οι ανισότητες του 21ου αιώνα,  αυξήθηκαν και θα συνεχίσουν να αυξάνουν, αν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση τους.    

Τα καλά νέα της Έκθεσης είναι ότι η ακραία φτώχεια μειώθηκε δραστικά. Αυτό αποτυπώνεται πρώτα από όλα στο δείκτη  του μέσου όρου διάρκειας ζωής.  Την δεκαετία 2005-2015  ο δείκτης αυτός βελτιώθηκε παντού. Στις πολύ ανεπτυγμένες (από 75,5 σε 78 χρόνια) και στις ανεπτυγμένες χώρες (από 70 σε 73 χρόνια). Εντούτοις γρηγορότερη πρόοδος έγινε στις ενδιάμεσες χώρες (από 62 σε 67 χρόνια) και τις φτωχές χώρες (από 54 σε 60 χρόνια). Για ένα παιδί που γεννιέται σήμερα το προσδόκιμο ζωής του είναι 72 για τις φτωχές, 79 για τις ενδιάμεσες, 81 για τις ανεπτυγμένες και 83 για τις πολύ ανεπτυγμένες χώρες. Περαιτέρω σύγκλιση αναμένεται την επόμενη δεκαετία.

Ο βασικότερος λόγος για τη σύγκλιση αυτή είναι η μείωση της παιδικής θνησιμότητας. Σε αυτό συνέβαλλαν οι βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες, η συμμετοχή στην εκπαίδευση, και φυσικά τα προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τεράστια οικονομική άνοδος της Κίνας (το κατά κεφαλή εισόδημα αυξήθηκε από 1.000 σε 10.000 δολάρια σε 20 χρόνια), της Ινδίας (6πλασιασμός του ΑΕΠ σε 20 χρόνια με κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 400 σε  στα 2,100 δολάρια) ήταν η καθοριστική παράμετρος. Πολλές χώρες της ΝΑ Ασίας ακολούθησαν παρόμοιους ρυθμούς ανάπτυξης. Η γρηγορότερη οικονομική άνοδος και η μαζική αστικοποίηση του πληθυσμού στις περισσότερες περιοχές του πάλαι ποτέ Τρίτου κόσμου επέδρασαν καθοριστικά.

Στην εκπαίδευση οι ανισότητες παραμένουν, αλλά η πρόοδος είναι τεράστια. Το 2017 οι απόφοιτοι της βασικής εκπαίδευσης είναι στο 90% του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες, αλλά η πρόοδος έγινε στις ενδιάμεσες που φθάνει πλέον το 70% και φυσικά στις φτωχές που έφθασε το 45%. Και εδώ η πρόβλεψη είναι ότι η άνοδος των μεσαίων και φτωχών χωρών θα συνεχιστεί γρηγορότερα μέχρι το 2030 μειώνοντας περαιτέρω την υπάρχουσα διαφορά.

Η ένταξη στην εκπαίδευση, κυρίως των γυναικών, αποτελεί και τον πιο καθοριστικό παράγοντα, από δημογραφική άποψη, της γεννητικότητας. Οι φτωχές και ενδιάμεσες χώρες θα συνεχίσουν να έχουν πιο νεανικό πληθυσμό, έναντι των ανεπτυγμένων, -όπου ένας στους τρεις θα είναι σε ηλικία άνω των 60 ετών την επόμενη δεκαετία, αλλά και η δημογραφική πυραμίδα αναμένεται να έχει έντονα στοιχεία σύγκλισης μέσα στον χρονικό ορίζοντα μιας γενιάς. Ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει μικρή πλέον αύξηση  και θα σταθεροποιηθεί το 2050, και οι βασικοί δείκτες της διάρκειας ζωής και της γεννητικότητας θα συνεχίσουν να έχουν τάσεις σύγκλισης. 

Με εξαίρεση την Υπό-Σαχάρια Αφρική που εν πολλοίς αποκλίνει ακόμα στους περισσότερους δείκτες, αλλά με εμφανή και εκεί τη ραγδαία βελτίωση, όλες οι άλλες περιοχές του πλανήτη, κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της σύγκλισης. Εν πολλοίς τα θετικά νέα συμπυκνώνονται σε μία φράση της Έκθεσης,  ότι “είναι εντυπωσιακά μεγάλος ο αριθμός των ανθρώπων που στην περασμένη 20ετία πέρασαν το κατώφλι της απόλυτης και ακραίας φτώχειας”.

Το 2015, 600 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας, περίπου δηλαδή το 8% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο δείκτης, πριν από είκοσι χρόνια, το 2000 ήταν στο 25%, δηλαδή στα 2 δισεκατομμύρια και στο δεύτερο μισό του 20 αιώνα ήταν 40-50%. Εν κατακλείδι η Έκθεση θεωρεί ότι σε σχέση με τις “βασικές” ανισότητες, υπήρξε τεράστια πρόοδος και αυτή μπορεί να συνεχιστεί με κατάλληλες πολιτικές.

Τούτου δοθέντος οι ανισότητες στον κόσμο παραμένουν μεγάλες και το χειρότερο είναι ότι οι “σχετικές ανισότητες” διευρύνονται.  Αυτές είναι “οι ανισότητες του 21ου αιώνα”. Πρόκειται για τις ανισότητες από την ανισοκατανομή του εισοδήματος, τις διακρίσεις σε βάρος κατηγοριών πολιτών και κοινωνικών ομάδων και τις ανισότητες που αντιστρατεύονται τη δημιουργία  ίσων ευκαιριών. Κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες εξετάζεται διεξοδικά και η εικόνα είναι αρνητική.

Στην εκπαίδευση οι ανισότητες είναι εμφανείς και παραμένουν τεράστιες αναφορικά με τα ποσοστά απόκτησης πανεπιστημιακής μόρφωσης, τις γνώσεις και δεξιότητες που διαθέτουν οι απόφοιτοι της βασικής εκπαίδευσης, και στις ανισότητες στην ποιότητα στην εκπαίδευσης που συνδέονται με τις κοινωνικές ή εισοδηματικές ανισότητες. Με εξαίρεση τις σκανδιναβικές και ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες που η εκπαίδευση είναι σχεδόν εξισωτική, -δεν έχει δηλαδή καμία επιρροή πλέον το εισόδημα της οικογένειας, στις περισσότερες χώρες οι ανισότητες αυτές έχουν ενταθεί την περίοδο αυτή. Οι διαφορές δε ανεπτυγμένων και φτωχών χωρών παραμένουν τεράστιες.

Οι διακρίσεις αφορούν το φύλο, την εθνότητα, το χρώμα, τη σεξουαλική προτίμηση, την κάστα, και πληθώρα άλλων διακρίσεων που αρκετές έρχονται από το παρελθόν, άλλες είναι νεώτερες και πολλές εκπορεύονται από την ενίσχυση ακραίων εθνικιστικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών δογμάτων. Η Έκθεση επιλέγει παραδείγματα χωρών που οι διακρίσεις είναι ορατές, και αναλύει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής αυτών των διακρίσεων είτε πρόκειται για πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στη δημόσια απασχόληση, στις προοπτικές εξέλιξης, στην επιχειρηματικότητα και πληθώρα άλλων παραμέτρων που προσδιορίζουν βαθιές ανισότητες πρόσβασης και ευκαιριών.

Τέλος η ανισοκατανομή του εισοδήματος διευρύνθηκε την τελευταία εικοσαετία. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, -με προεξέχουσα τη Χιλή, και στις νέες δυναμικές οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας, παντού υπάρχει μία ορατή τάση διεύρυνσης των ανισοτήτων. Αυτές εξ ορισμού είναι “σχετικές ανισότητες”, αφορούν την κατανομή του οφέλους από την οικονομική άνοδο σε διάφορες κοινωνικές ομάδες.

Το συμπέρασμα είναι απλό. Την οικονομική άνοδο της περιόδου, την πολύ υψηλή δηλαδή αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ, το οποίο σχεδόν διπλασιάστηκε σε 20 χρόνια,  την καρπώθηκε κατά κύριο λόγο το 1% του πληθυσμού. Βελτιωμένος εμφανίζεται και ο δείκτης του 10%. Από εκεί και πέρα είναι ορατή η στασιμότητα στα μεσαία στρώματα και η σχετική επιδείνωση της θέσης του κατώτερου 40% του πληθυσμού.

Αυτή η οριζόντια τάση που καταγράφεται πλέον σε πληθώρα μελετών, αποδίδεται αποκλειστικά στην απόλυτη κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών περί πλήρους απελευθέρωσης της οικονομίας, αποδυνάμωση του κράτους και των αναδιανεμητικών θεσμών και φυσικά την απορρύθμιση των αγορών εργασίας. Οι σχετικές ανισότητες αυξήθηκαν λόγω της εξέλιξης μισθών και κερδών, λόγω των ανισοτήτων εντός των μισθωτών τάξεων και την τεράστια συσσώρευση ατομικού πλούτου που γίνεται ταχύτερα από το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας (η βασική θέση του Πίκετι).

Το εντυπωσιακό είναι ότι  η αίσθηση της κοινής γνώμης, τείνει να υποτιμά την έκταση των ανισοτήτων. Στις πιο πολλές χώρες όταν τίθεται το ερώτημα πόσο μέρος του πλούτου ελέγχεται από το ανώτερο 10% της κοινωνίας, η τάση είναι να θεωρούν οι περισσότεροι ότι είναι κατά πολύ μικρότερο από το 50-60%  που ισχύει σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες. Εντούτοις τα δύο τρίτα των πολιτών αναγνωρίζουν ότι οι εισοδηματικές ανισότητες είναι εξωφρενικά μεγάλες και συνιστούν το μεγαλύτερο πρόβλημα των κοινωνιών τους.

Η Έκθεση κλείνει με πέντε βασικές επισημάνσεις.

Πρώτον μπορεί οι “βασικές” ανισότητες να εκλείπουν, οι “σχετικές” όμως  διευρύνονται και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην “βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία εδράζεται σε δύο βασικές αρχές. Η ανάπτυξη πρέπει να είναι συμβατή με την κλιματική κρίση και το περιβάλλον και πρέπει να ενισχύει τους βασικούς δείκτες κοινωνικής ανάπτυξης.  Η Έκθεση επηρεασμένη από την εργασία του νομπελίστα Amartya Sen, καταγράφει το τριπλό μήνυμα της ελευθερίας, -που είναι πολιτικό, αλλά ταυτόχρονα είναι κοινωνικό και οικονομικό, επικεντρωμένο στην ιδέα των απόλυτα ίσων ευκαιριών.

Δεύτερον, εν μέσω της κλιματικής κρίσης και των τεχνολογικών αλλαγών, αυτές οι  νέες παράμετροι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε νέα πηγή ανισοτήτων. Η κλιματική αλλαγή αποτελεί εν δυνάμει απειλή περισσότερο για τις φτωχές από ότι τις πλούσιες χώρες και σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές αλλαγές μπορεί να επιτείνει τις ανισότητες εντός των ανεπτυγμένων οικονομιών.

Τρίτον, οι ανισότητες έχουν συσσωρευτικό χαρακτήρα. Οι αρχικές ανισότητες σε εισόδημα και εκπαίδευση τείνουν να αποκτούν συσσωρευτικό χαρακτήρα στον κύκλο ζωής των ανθρώπων και συνεπώς, αν αφεθούν χωρίς παρέμβαση, αυξάνονται. 

Τέταρτο, ο τρόπος που μετράμε τις ανισότητες πρέπει να αλλάξει. Οι κλασικοί οικονομικοί δείκτες όπως το ΑΕΠ ή το κατά κεφαλή εισόδημα  αφορούν τα  δεδομένα του 20ου αιώνα. Χρειαζόμαστε νέες στατιστικές, εκπαίδευσης, υγείας, χρήσης τεχνολογίας, ανάλυσης των νοικοκυριών, που να αποτυπώσουν τη νέα δυναμική των ανισοτήτων και να υποδεικνύουν με καλύτερο τρόπο τόσο την πολιτική αντιμετώπισης τους όσο και την αποτελεσματικότητα  του.

Πέμπτον, οι ανισορροπίες που προκύπτουν από τις άνιση κατανομή της οικονομικής ισχύος μετατρέπονται σε άνιση πολιτική ισχύ και δοκιμάζουν την αξιοπιστία των δημοκρατικών θεσμών, της πολιτικής και της ικανότητας των σύγχρονων κρατών να λαμβάνουν τις αποφάσεις που οδηγούν στην βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων. 

Οι πολιτικές αντιμετώπισης των ανισοτήτων αφορούν τρία διαφορετικά, αλλά παράλληλα πεδία. Αφορά τις δραστηριότητες πριν από την ένταξη των ανθρώπων  “της αγοράς”, τις διαδικασίες “εντός της αγοράς” και τη διόρθωση του αποτελέσματος “μετά την αγορά”. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται οτιδήποτε επηρεάζει τις ίσες ευκαιρίες, όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η κοινωνική στήριξη. Το δεύτερο πεδίο αφορά τους μισθούς, την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις. Το τρίτο πεδίο αφορά την αναδιανομή του εισοδήματος και τη φορολογική πολιτική, την κοινωνική πολιτική και τις συντάξεις. Τους τρόπους δηλαδή που η κατανομή του εισοδήματος που έγινε στην αγορά διορθώνεται εκ των υστέρων. Η αντιμετώπιση των ανισοτήτων απαιτεί συνδυασμένη πολιτική και για τα τρία επίπεδα.

Εν κατακλείδι η Έκθεση του ΟΗΕ για τις ανισότητες αποτελεί μία εξαίρετη καταγραφή της εξέλιξης των ανισοτήτων σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, διακρίνει παλιές και νέες ανισότητες, προκρίνει μεθόδους για την σύγχρονη αποτύπωση και ανάλυση τους και καθιστά ως αδιαπραγμάτευτη αρχή την ανάγκη αντιμετώπισης τους.    

*Ομιλία του πρώην υπουργού στο Παρατηρητήριο Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης σε εκδήλωση στην Αθήνα.

Πηγή: kontranews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...