Του Γρηγόρη Γ. Βαρελά

1. Τον Απρίλιο του 2019 ολοκληρώθηκε η φιλοτέχνηση του πολυσύνθετου έργου «Οικογένεια το 1930 – Στο δρόμο για το χωριό», στο 23ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Ναυπάκτου – Σίμου – Πλατάνου (περιοχή Παλαιόπυργου), με την προσθήκη του ενδέκατου γλυπτού (σκύλος προπομπός). Είναι η μεγαλύτερη γλυπτική σύνθεση στην Ελλάδα και όχι μόνο!

Η εν λόγω φιλοτέχνηση έγινε σε χρονική περίοδο δεκατριών ετών (2006 – 2019) και σε έξη διαδοχικές φάσεις. Πρώτη φάση: Τσέλιγκας, σκύλος κοντά του, γυναίκα του φορτωμένη ένα παιδί σε απόσταση, μικρό κοριτσάκι και μεγαλύτερος αδελφός της. Εν συνεχεία δε, σταδιακά: μουλάρι φορτωμένο με μικρό αγόρι – χαλκώματα και γάτα, βρύση και χρυσαετός, γριά φορτωμένη ένα παιδί, κατσίκα και κατσικάκι, σκύλος προπομπός.

Το κύριο έργο περιλαμβάνει πολυμελή οικογένεια, με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκείνης της ταλαίπωρης προπολεμικής περιόδου, αποτελούμενη από οκτώ άτομα και έξη ζωντανά, μέλη και αυτά της οικογένειας.

Τα τρία από τα ένδεκα επί μέρους έργα είναι συμπλέγματα γλυπτών.

Στην αρχική ιδέα μου περιλαμβάνονταν δύο πρόσθετες βελτιώσεις, που δεν έχουν υλοποιηθεί:

α. Η δημιουργία ελατοδάσους στον εγγύς περιβάλλοντα χώρο.

Για τον σκοπό αυτό έχω μεταφέρει, από το 2005, λίγο νερό από πηγή ψηλά στο απόκρημνο βουνό και κατασκεύασα δεξαμενή, κοντά στο έργο, μέσα στα πεύκα.

Όμως, εγκατέλειψα αυτή την ιδέα, γιατί βρήκα χαλασμένη την τσιμεντένια βάση της πηγής, τρεις φορές. Ατυχώς, εκεί ποτίζονται αγριογούρουνα και η τοποθεσία αποτελεί καρτέρι για θηράματα.

β. Ο συνδυασμός γλυπτικής – ζωγραφικής, κάτι εντελώς πρωτότυπο, με κατάλληλο χρωματισμό, όλης της επιφάνειας των επιμέρους έργων, με τα φυσικά τους χρώματα εκείνων των εποχών.

Με αυτό το σκεπτικό τοποθετήθηκαν αρχικά η κατσίκα και το κατσικάκι, με τα φυσικά τους χρώματα.

Οι προπολεμικές κατσίκες στη Ναυπακτία ήταν μεγαλόσωμες, με μεγάλα μαστάρια, διάφορα «μπαλώματα» με άλλα χρώματα στο τρίχωμά τους, κέρατα, σκουλαρίκια και γένια.

Χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος και κόπος για να αποδοθούν σωστά τα πραγματικά χρώματα, λεπτομερειακά, ανθρώπων – ζωντανών – ενδυμασιών – εξαρτημάτων κ.λπ., ενός τόσο πολυσύνθετου έργου. Το κυριότερο, όμως, υπάρχει κίνδυνος τα προσφερόμενα σήμερα ως ανεξίτηλα χρώματα να αλλοιωθούν στο απώτερο μέλλον και να δημιουργηθούν απρόβλεπτα προβλήματα.

2. Για να γίνει σωστή απόδοση ενός γλυπτού, όπως τα συγκεκριμένα ένδεκα επιμέρους έργα, ο γλύπτης πρέπει να έχει στη διάθεσή του, από την αρχή, φωτογραφίες, διαστάσεις (ύψος, μήκος, βάθος) και πολλά και διάφορα στοιχεία και πληροφορίες, υλικά κ.λπ.

Στο εργαστήριο πάλι και στις άλλες φάσεις της φιλοτέχνησης χρειάζεται υπομονή με το ράβε – ξήλωνε – βελτίωνε! Ενδεικτικά, για την προτομή του Νόβα, διέθεσα 32 μέρες στο εργαστήριο και στο χυτήριο.

Ευτυχώς είχαμε άριστη συνεργασία με τον γλύπτη Ηρακλή Ξανθόπουλο, που πέθανε στο μεταξύ από εγκεφαλικό. Και εν συνεχεία με τον γιο του Δημήτρη, νέο γλύπτη, για τις δύο τελευταίες φάσεις του έργου.

Καταλυτικής όμως σημασίας για την ολοκλήρωση τόσο μεγάλης και απαιτητικής γλυπτικής σύνθεσης, με απόλυτη μάλιστα επιτυχία, όπως αναγνωρίζεται, ήταν το γεγονός ότι γνώριζα άριστα το αντικείμενο, σε όλες του τις λεπτομέρειες και δούλεψα ελεύθερα και με πολύ καλή τεχνική συνεργασία, όπως προανέφερα. Χωρίς τις μικρότητες, μικροψυχίες, μιζέριες, τρικλοποδιές και απογοητεύσεις, που αντιμετώπισα με τα άλλα έργα στη Ναύπακτο. Από ψυχοβγάλτες άρχοντες στο τοπικό γίγνεσθαι, αιρετούς και μη, όπως έχω καταγγείλει δεκάδες φορές.

3. Με συστηματική προεργασία πολλών ετών είχα συγκεντρώσει διάφορα υλικά και φωτογραφίες που χρειάζονται για κάθε έργο: αυθεντικά χαλκώματα, σαμάρι, σελάχι, τσαρούχια, φορέματα, σκούφια, σκέπες γυναικών κ.λπ.

Το σαμάρι το είχα φέρει στην πλάτη μου από μια πλαγιά της Πάρνηθας, κοντά στον Αυλώνα, περί το 1990. Διαδρομή περίπου δέκα ωρών σε ανώμαλα ανηφορικά και κατηφορικά μονοπάτια.

Και, κατά τη φιλοτέχνησή του πάνω στο μουλάρι, χρειάσθηκε να ξηλωθεί 3-4 φορές, όπως και το κεφάλι του μουλαριού.

Τρία χρόνια έψαχνα στη Ναυπακτία και την Αιτωλοακαρνανία να βρω μεγαλόσωμο μουλάρι εκείνης της εποχής, για να πάρω φωτογραφίες και τις διαστάσεις του. Τα νεότερα μουλάρια, από την Κύπρο, είναι μικρόσωμα και διαφορετικά.

Ο μακαρίτης Γιώργος Κουτσογιάννης μου τηλεφώνησε ότι εντόπισε δύο τέτοια μουλάρια, στη Ρίζα και στο Νιόκαστρο. Όμως, επρόκειτο για γαϊδούρια.

Για τη γυναίκα φορτωμένη με παιδί, κάναμε ένα ομοίωμα παιδιού με πανιά, το φορτώθηκε η κόρη του γλύπτη, βγάλαμε σειρά φωτογραφιών σε διάφορα «φορτώματα» και στάσεις, διαλέξαμε την καλύτερη στάση – φόρτωμα, βγάλαμε νέες φωτογραφίες, διαλέξαμε τις καλύτερες (4-5) ανφάς, προφίλ κ.λπ., τις μεγεθύναμε, τις κολλήσαμε στον τοίχο και άρχισε η εφαρμογή τους στην πράξη.

Τρομάξαμε να βρούμε τον καταλληλότερο τρόπο που δένεται το παιδί στην πλάτη της γυναίκας! Ζουν ακόμη τέτοιες ταλαίπωρες γυναίκες και δεν ήθελα να γελάνε βλέποντας το έργο.

Για την κατσίκα και το κατσικάκι στάθηκα πολύ τυχερός. Οι σημερινές κατσίκες είναι μικρόσωμες και πολύ διαφορετικές από τις προπολεμικές, όπως τις έχω ήδη περιγράψει.

Σε μια χαράδρα στην Πεντέλη έπεσα πάνω σε μία στάνη με κατσίκες εκείνης της περιόδου εντελώς τυχαία, παραμονές Πάσχα, την ώρα που δύο σύγχρονοι «βοσκοί» έσφαζαν δύο κατσικάκια.

Ήταν όμως πολύ καχύποπτοι, ερευνητικοί και αρνητικοί σε απαντήσεις. Μου έκαναν πλήρη ανάκριση: ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, πως βρέθηκα εκεί, επάγγελμα, καταγωγή, «από τη Ναυπακτία;», «πόσο μακριά από την Άνω Χώρα;», «που είναι η Γραμμένη Οξυά;» κ.λπ.

Ζήτησα να πάρει φωτογραφίες τις κατσίκες ένας φίλος μου «ζωγράφος» – «ψώνιο». Και τη δεύτερη φορά, που πήγαμε στη στάνη ορισμένη Κυριακή μαζί με τον γλύπτη Δημήτρη Ξανθόπουλο και δύο μπουκάλια κρασί, ήταν εκεί ο ένας εξ αυτών, περίπου πενήντα ετών. Απέφυγε να μας αναφέρει όνομα ή επίθετο και αρκέσθηκε στα εξής, κατά λέξη: «Το 1875 ο παππούς μου έφυγε από την ορεινή Ναυπακτία για την Αθήνα με τη γυναίκα του, έξι παιδιά και πέντε κατσίκες. Από τόπο σε τόπο βοσκούσε τις κατσίκες, τις άρμεγε, τάιζε τα παιδιά του και συνέχιζε μέχρι που έφθασε εδώ που είμαστε. Και, λίγο πριν πεθάνει, άφησε ευχή και κατάρα στον πατέρα μου και τα αδέλφια του, να κρατήσουν τη στάνη και να μην ξεκάνουν ποτέ τις κατσίκες, αυτοί, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, γιατί ‘το ζώο είναι ζωή’»!

4. Το εν λόγω σύνθετο έργο εντυπωσιάζει, περισσότερο από όλα τα άλλα, ιδίως τους ηλικιωμένους συμπατριώτες μας. Προπάντων εκείνους που έζησαν από κοντά τις ταλαιπωρίες και τη στερημένη ζωή στα ορεινά χωριά, πριν και μετά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Ενδεικτικά, τρεις φορές σε συναντήσεις επιτόπου στον συγκεκριμένο χώρο και πολλές άλλες στη Ναύπακτο και την Αθήνα, πολλοί ηλικιωμένοι θυμήθηκαν τα προσωπικά βιώματά τους.

Μερικές μάλιστα ηλικιωμένες γυναίκες δάκρυζαν ή έκλαιγαν, γιατί το έργο τούς θυμίζει τα βάσανα που πέρασαν οι μανάδες τους, ή και οι ίδιες. Ανεβοκατέβαιναν στα χωριά τους φορτωμένες παιδιά, τρόφιμα, ρούχα κ.λπ., ιδίως τα καλοκαίρια με μεγάλη ζέστη ή τον χειμώνα με βροχές, χιόνια και παγωνιές. Και συνήθως με τη ρόκα στο χέρι.

Εκείνη την ταλαίπωρη ζωή θέλησα να την διαιωνίσω με το συγκεκριμένο έργο. Όπως την έχω ζήσει ο ίδιος και όπως αυτή έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου, με όλες της τις λεπτομέρειες, σε δεκάδες διαδρομές.

Έχω περάσει από όλες τις φάσεις των παιδιών που υπάρχουν στο έργο: φορτωμένος στη μάνα μου, καβάλα σε ζώο, ξυπόλυτος με τα πόδια, όπως ο μεγαλύτερος της παρέας που μουντζώνει προς το χωριό: «εγώ θα το μουντζώσω!».

Με την παρατήρηση ότι, φεύγοντας από τη Λεπτοκαρυά, άφησα πίσω μου ό,τι στραβό και ανάποδο με είχε τότε προβληματίσει.

Ατυχώς, όμως, σχεδόν όλοι οι συμπατριώτες μας που εγκατέλειψαν τα χωριά και την επαρχία, πήραν μαζί τους τις μοιρολατρίες, δεισιδαιμονίες και θρησκοληψίες του σκοτεινού θεοκρατικού Μεσαίωνα και του πολεμικού παρελθόντος!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...