bb

Η πανδημία, που προκλήθηκε από τον κορονοϊό covid-19 ταλανίζει την ανθρωπότητα από τα τέλη του 2019 μέχρι και σήμερα. Πολλές πανδημίες έχουν πλήξει την ανθρωπότητα, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις μέρες μας. Άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο γνωστές, περισσότερο ή λιγότερο θανατηφόρες, περισσότερο ή λιγότερο μεταδοτικές.

Η πλέον χαρακτηριστική από αυτές, που παρουσιάζει μάλιστα και πολλά κοινά στοιχεία με αυτήν, που προκάλεσε ο covid-19, τόσο σε επίπεδο συμπτωμάτων και μεταδοτικότητας, όσο και σε επίπεδο στάσης των ανθρώπων απέναντί της και τρόπων αντιμετώπισής της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι παθήσεις ταυτίζονται, είναι η πανδημία που χτύπησε τους Αθηναίους το 430 π.Χ. και έμεινε στην ιστορία ως» λοιμός της Αθήνας». 

Τον λοιμό της Αθήνας περιγράφει ο Θουκυδίδης, γιος του Ολόρου από τον Αλιμούντα, τον Άλιμο δηλαδή της Αττικής. Ο Θουκυδίδης, όπως ο ίδιος παραδέχεται, εργάστηκε με μέθοδο για να παραδώσει ένα έργο έγκυρο, που θα είναι χρήσιμο και στις γενιές που θα ακολουθήσουν. Ένα έργο, «κτήμα εσαεί» των ανθρώπων. Από πολλούς, μάλιστα, θεωρείται ως ο αντικειμενικότερος όλων των ιστοριογράφων.

Την εποχή που άρχισε ο λοιμός, η Αθήνα ήταν για δεύτερη χρονιά σε πόλεμο με τους Πελοποννησίους. Ο πόλεμος εκείνος κράτησε συνολικά 27 χρόνια. Οι Πελοποννήσιοι είχαν στρατοπεδεύσει στην Αττική και λεηλατούσαν την ύπαιθρο. Οι Αθηναίοι, σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο του ηγέτη τους Περικλή, είχαν επιλέξει να μη δώσουν μάχη με τους εισβολείς σε ανοιχτό πεδίο. Γι’ αυτό και οι αγροτικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και μαζί με τα υπάρχοντά τους εγκαταστάθηκαν, όπως μπορούσαν, μέσα στην πόλη και τα Μακρά Τείχη, που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά.

Ο Θουκυδίδης, ο οποίος κατέγραφε την ιστορία του πολέμου, σταματά τη ροή της αφήγησης για να περιγράψει εκτενώς δυο μη πολεμικά γεγονότα: Πρώτα, το τελετουργικό της ταφής των νεκρών του πρώτου έτους του πολέμου και τον λόγο, τον οποίο εκφώνησε γι’ αυτούς ο Περικλής, τον γνωστό «Επιτάφιο», ο οποίος αποτελεί έναν Ύμνο για την Αθήνα και το πολίτευμά της, την Δημοκρατία και στη συνέχεια, σε αντίστιξη θα λέγαμε, περιγράφει τον λοιμό, τη θανατηφόρα επιδημία, που έπληξε την ένδοξη πόλη.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Η νόσος ήρχισε το πρώτον ως λέγεται από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, απ’ όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της περσικής αυτοκρατορίας. Εις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους κατοίκους του Πειραιώς και δια τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρίνα δεν υπήρχαν ακόμα εκεί. Αλλ’ ύστερον έφτασεν και εις την άνω πόλιν και από τότε ηυξήθη μεγάλως η θνησιμότης. Οιοσδήποτε δε, είτε ιατρός είτε άπειρος της ιατρικής, ημπορεί, αναλόγως της ατομικής του κρίσεως να ομιλεί περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των συνθηκών υγιεινής».

Αναφερόμενος στα συμπτώματά της, σημειώνει: «Έντονοι πονοκέφαλοι, υψηλός πυρετός, φλόγωση και κοκκίνισμα των ματιών, φτέρνισμα και στη συνέχεια η νόσος έφτανε στο στήθος προκαλώντας δυνατό βήχα. Ο πυρετός ήταν τόσο υψηλός που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ανεχθούν ούτε τα ρούχα τους και ήθελαν να είναι γυμνοί, ενώ κάποιοι έπεφταν στις στέρνες τυραννισμένοι από ακατάπαυστη δίψα, αλλά όσο κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να τη σβήσουν. Η νόσος ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψουν και χτυπούσε τόσο βαριά, που δεν ήταν δυνατό να αντέξει η ανθρώπινη φύση και οι περισσότεροι πέθαιναν την έβδομη ή την ένατη μέρα».

Το χειρότερο όμως όλων ήταν ότι οι άνθρωποι, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον, κολλούσαν την αρρώστια, η οποία πλέον εξαπλωνόταν ανεξέλεγκτα. Οι γιατροί, μη γνωρίζοντας τη «φύση» της νόσου, πέθαιναν κι αυτοί, όταν έρχονταν σε επαφή με τους αρρώστους. Οι πρακτικές και τα έθιμα ταφής είχαν εγκαταλειφθεί. Ο συνήθης τρόπος ήταν η καύση (ίσως και για λόγους προστασίας), αλλά πολλοί άνθρωποι, που δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε την οικονομική άνεση να έχουν δική τους πυρά, έριχναν τον δικό τους νεκρό σε πυρά στην οποία καίγονταν συγγενείς άλλων.

Οι συνωμοσιολογίες κυριαρχούσαν στις καθημερινές συζητήσεις των ανθρώπων, νοσούντων και μη, με επικρατούσα την άποψη πως οι Πελοποννήσιοι μόλυναν με ισχυρό δηλητήριο τις πηγές και τα πηγάδια, απ’ τα οποία υδροδοτούνταν η Αθήνα. Πολλοί προσέφευγαν στους ναούς, όπου τελούσαν θυσίες στους θεούς για τη σωτηρία τους. Άλλοι αναζητούσαν βοήθειαστις προφητείες και στα μαντεία. Ανάμεσα στις προφητείες, επίκαιρος έγινε ένας χρησμός που θυμήθηκαν οι γεροντότεροι, που έλεγε ότι «θα έρθει πόλεμος δωρικός και μαζί του λοιμός». Και καθώς ο χρησμός δόθηκε, ως συνήθως προφορικά, διαφωνίες εκφράζονταν για το αν αναφερόταν σε λοιμό δηλαδή αρρώστια ή σε λιμό δηλαδή σε πείνα.

Από τη νόσο προσβλήθηκαν και ο Θουκυδίδης και ο Περικλής. Μόνο ο πρώτος όμως στάθηκε τυχερός, αφού θεραπεύτηκε, κερδίζοντας τη ζωή του.

Εν κατακλείδι, έχουν δίκιο εκείνοι που υποστηρίζουν πως «κάθε ταξίδι στο παρελθόν αποτελεί ιδανική ευκαιρία μελέτης κι εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων όχι μόνο για την κατανόησή του, αλλά και για τη διαχείριση του παρόντος και τον προγραμματισμό του μέλλοντος». Σε διαφορετική περίπτωση, θα ισχύει η ρήση του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά που γράφει:

«Ανάξιος όποιος δε μπορεί μες στο σεισμό, το χαλασμό, κάστρο τη γνώμη του να στήσει και καρτερεί, και λέει: να ιδώ. και δε μπορεί κι αργοσαλεύει του η ψυχή …»

Πηγές:

1. «Δίνοντας Φωνή σε Αρχαία Κείμενα»: Αποσπάσματα από την «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη, σε μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου, Παραγωγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος», Μουσείο Ιατρικής Κρήτης και Έμμυ Παπαβασιλείου

2. Άρθρο του αρχαιολόγου Νίκου Καλτσά, που δημοσιεύτηκε την 26η Μαρτίου του 2020 στην iefimerifa

Ακολουθήστε το nafpaktianews.gr στο Google News αλλά και στο Facebook και Instagram και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...