Ποινές: Εξόντωση ή συμμόρφωση; «Αυστηροποίηση των ποινών και πρόληψη της εγκληματικότητας»

bb

ΤΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ *

Η ποινική λειτουργία έχει στον άξονα της ύπαρξής της την ποινή, για την οποία πολλά έχουν γραφτεί σε νομικό και φιλοσοφικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, o ποινικός νόμος επιτελεί και προληπτική λειτουργία: πέρα από την ειδική πρόληψη (η οποία αναφέρεται στον περιορισμό του δράστη από τη διάπραξη νέων πράξεων) κεντρικό ρόλο διαδραματίζει και η γενική πρόληψη, η οποία έχει ως στόχο την αποτροπή των πολιτών από τη διάπραξη εγκλημάτων ένεκα του φόβου της ποινής καθώς και χάριν της παιδαγωγικής λειτουργίας του νόμου. Η κοινή γνώμη το τελευταίο διάστημα απασχολείται έντονα με εγκλήματα ιδιαίτερης απαξίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος φωνές (δικαιολογημένες έως έναν σημαντικό βαθμό για τους παθόντες εκ του εγκλήματος) αναφορικά με την εξοντωτική αυστηροποίηση του πλαισίου ποινών για τους δράστες, θεωρώντας ότι τοιουτοτρόπως επιτελούνται αποτελεσματικότερα οι σκοποί της ειδικής και κυρίως της γενικής πρόληψης του ποινικού δικαίου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ξεκάθαρο: είναι οι αυστηρές ποινές εργαλείο αποτελεσματικότερης γενικής πρόληψης; Σε μια ιστορική θεώρηση, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί το 621 π.Χ., με τους αυστηρούς και συνάμα αναποτελεσματικούς νόμους του Δράκοντα στην αρχαία Αθήνα. Μπορούμε, βέβαια, να στραφούμε και σε εγκληματολογικές θεωρίες όπως αυτή της ορθολογικής επιλογής, σύμφωνα με την οποία ο δράστης προβαίνει σε ανάλυση κόστους – οφέλους προκειμένου να προβεί στην εγκληματική πράξη. Και ας αναρωτηθούμε σοβαρά: σε εγκλήματα που πολλές φορές απασχολούν την κοινή γνώμη (τα εγκλήματα αυτά συνήθως στρέφονται κατά προσωποπαγών έννομων αγαθών όπως η ζωή, η σωματική ακεραιότητα κ.λπ. και μάλιστα αναλύονται εκτενώς και τα προσωπικά κίνητρα των δραστών!) οι δράστες στάθμισαν την ποινή και έτσι έλαβαν την απόφαση να προβούν στο έγκλημα; Τούτο μάλλον δεν φαίνεται πιθανό (σε αντίθεση λ.χ. με τα οικονομικά εγκλήματα). Κατά τον Eberhard Schmidt «Αν εξαιρέσουμε τις πολεμικές συγκρούσεις, τίποτε άλλο δεν προξένησε τόσες συμφορές, βάσανα και δάκρυα στην ανθρωπότητα όσο η κρατική δύναμη που εκδηλώνεται με τη μορφή της ποινικής λειτουργίας». Έχοντας και τούτο υπόψιν, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει καταλήξει συγκεκριμένα για την επιβολή ισόβιας κάθειρξης ότι αυτή δεν είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αν δεν υπάρχει τόσο μια προοπτική απελευθέρωσης για τον κρατούμενο όσο και η δυνατότητα μιας ενδεχόμενης επανεξέτασης της ποινής του. Διατυπωθείσες απόψεις περί θανατικής ποινής κ.λπ. θεωρώ ότι εν έτει 2020 στην Ευρώπη είναι ανάξιες σχολιασμού. Οι αταβιστικές προτάσεις επιβολής ποινών «ρίχνουν νερό στο μύλο» της βαρβαρότητας. Υπάρχουν αρκετές επιλογές (έχουν διατυπωθεί σε πλείστες εγκληματολογικές θεωρίες) αναφορικά με την αναζήτηση των πολυπαραγοντικών αιτίων των εγκληματικών πράξεων. Η αυστηροποίηση των ποινών είναι μάλλον η πλέον εύκολη πρόταση, γοητευτική για τον δημόσιο διάλογο (η σκέψη της στυγνής αντεκδίκησης τέρπει το φιλοθεάμον κοινό) αλλά αλυσιτελής σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των παραγόντων εγκληματογένεσης σε μια κοινωνία που αρνείται να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη.

* Ο Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, ποινικολόγος (master), εγκληματολόγος (master), Διδάκτωρ ποινικού δικαίου και εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάσκων Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ).

pelop.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...