Στο Μεσολόγγι πεινούνε και σκοτώνονται και συ θέλεις να φάω πιτσούνια;

Του Κώστα Σακαρέλου

Ο Διονύσιος Σολωμός παρακολουθούσε από τη Ζάκυνθο, με σπαραγμό ψυχής,  την εξέλιξη της τραγωδίας στο πολύπαθο Μεσολόγγι. Άκουγε καθημερινά τις κανονιές από τα βροντερά κανόνια των πολιορκητών και σχεδίαζε στο ποιητικό διάγραμμά του τις δραματικές εικόνες που τον ενέπνευσαν οι φτωχές Μεσολογγίτισσες πρόσφυγες, γυναίκες των πολιορκημένων, που είχαν καταφύγει και στη Ζάκυνθο, ζητώντας τη βοήθεια εκείνων που συμπονούσαν στις ώρες της δυστυχίας τους.

Ο εθνικός μας ποιητής καθόταν τότε σ’ ένα μικρό αγροτόσπιτο, που βρισκόταν στη θέση «Ψηλώματα», πάνω σ’ έναν μαγευτικό λόφο που απείχε περίπου δέκα λεπτά της ώρας από την πόλη της Ζακύνθου. Στους πρόποδες του λόφου απλωνόταν το κατάφυτο λεκανοπέδιο του νησιού, απέναντί του δε υψωνόταν υπερήφανος ο Αίνος της Κεφαλονιάς. Το σπιτάκι αυτό ανήκε στον ευγενή Ζακυνθινό Λουδοβίκο Στράνη, διαπρεπή λόγιο της εποχής εκείνης, στενό φίλο και θαυμαστή του Διονυσίου Σολωμού. Από λόγους θαυμασμού και συμπάθειας Ο Στράνης, που θαύμαζε και συμπαθούσε τον Σολωμό, του παραχώρησε το εν λόγω σπίτι, για να χρησιμεύσει ως κατοικία του κατά τους μήνες της άνοιξης και του καλοκαιριού. Ο εθνικός μας βάρδος δέχτηκε την ευγενική προσφορά του φίλου του και έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο αγροτόσπιτο του Στράνη, έχοντας ως μοναδικό του σύντροφο τον πιστό υπηρέτη του Λάμπρο. Εκεί έγραψε τον Μάιο του 1823 τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», καθώς και μερικά από τα καλύτερα έργα του.

Για τη μεγάλη συγκίνηση που διακατείχε τον Σολωμό σε όλη τη διάρκεια του δράματος του Μεσολογγίου διασώθηκαν μερικές από τις αφηγήσεις του πιστού υπηρέτη του προς τους κατοίκους της Ζακύνθου.

Ο Λάμπρος, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εμφανιζόταν «ασκεπής και κλαίων» στην πλατεία του Σολωμού, μπροστά στο άγαλμα του «καλού και μεγάλου αφεντικού του» και επαναλάμβανε:

«Μα την ψυχή που έχω να παραδώσω του Θεού και μα τον κόσμο που τον έχει, όταν οι Μουσουλμάνοι είχαν πολιορκημένο το Μεσολόγγι κι εμείς από του Στράνη ακούγαμε τις κανονιές, το καλό μου αφεντικό έκλαιγε σαν παιδί και μονάχος του και φώναζε από το βουνό: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι, βάστα! …»

Ο ίδιος ο Λάμπρος είχε διηγηθεί και το εξής συγκινητικό επεισόδιο, που χαρακτηρίζει αρκετά ζωηρά την ψυχική οδύνη με την οποία ο εθνικός ποιητής παρακολουθούσε την δραματική πολιορκία του Μεσολογγίου και τις διάφορες φάσεις της.

«Ώρες ολόκληρες ο Σολωμός καθισμένος μονάχος στα διάφορα σημεία του λόφου της κατοικίας του, αγνάντευε προς το Μεσολόγγι. Άκουγε τις κανονιές και έβλεπε τους καπνούς και άφηνε, δακρυσμένος, τη φαντασία του να φτερουγίζει προς την ατμόσφαιρα του φοβερού πολιορκητή πολέμου.

Ένα μεσημέρι, που ακούγονταν πολλές ώρες οι κανονιές και τα τινάγματα, ο υπηρέτης του τον ζητούσε και τέλος τον βρήκε πάνω σ’ έναν βράχο, τελείως αυτολησμονημένο και αγναντεύοντα κατά το Μεσολόγγι.

– Το φαΐ είναι έτοιμο, αφεντικό! του είπε.

Ο Σολωμός τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει καθόλου. Και σε λίγο, τον ρώτησε:

– Και τι μου έχεις σήμερα, Λάμπρο;

– Πιτσούνια και χίλια καλά αφέντη μου!

Τότε ο Σολωμός, με πρωτοφανή δυσφορία, απάντησε:

– Στο Μεσολόγγι πεινούνε και σκοτώνονται και συ θέλεις να φάω πιτσούνια; Δώστα της σέμπρας*  και μένα δώσ’ μου ελιές και ψωμί και πολλά είναι. …»

* σέμπρος: αυτός που κατόπιν συμφωνίας καλλιεργεί ένα κτήμα που ανήκει σε άλλον, κρατώντας για τον εαυτό του μέρος από την σοδειά ≈ συνώνυμο: κολίγας

Πηγή: Άρθρο του Δημ. Γατόπουλου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νεολόγος» Πατρών στις 29 Απριλίου του 1945.    



Ακολουθήστε μας σε Google News, Facebook και Instagram και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...