Το Γρίμποβο στο διάβα του χρόνου – Πως πήρε την ονομασία του

– Του Χρήστου Ι. Σιαμαντά

Επί Τουρκοκρατίας

Για την σαγηνευτική παραλία του Γρίμποβου στην ανατολική πλευρά του βενετσιάνικου λιμανιού της Ναυπάκτου έχουν γραφεί πολλά. Άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, πεζογράφοι, ποιητές, ζωγράφοι, φωτογράφοι, δεν έμειναν ασυγκίνητοι στα θέλγητρα της περιοχής αυτής και τα αποτύπωσαν στα έργα τους. Αλλά και περιηγητές από τον 17ο αιώνα και μετά δεν παραλείπουν να αναφερθούν στη γραφική τοποθεσία του Γρίμποβου, περιγράφοντας τη Ναύπακτο.

Τα πρώτα γνωστά ιστορικά στοιχεία για το Γρίμποβο τα ερανιζόμαστε από τον πολυταξιδεμένο τούρκο ταξιδευτή Εβλιά Τσελεπή που επισκέφθηκε τη Ναύπακτο το 1666. Στον 8ο τόμο του έργου του, αφιερωμένο στο ταξίδι του στην Ελλάδα, αναφέρεται σχετικά εκτενώς και στη Ναύπακτο. Μεταξύ άλλων παραθέτει στοιχεία και για το Γρίμποβο, καθώς και για τον εκεί ευρισκόμενο χώρο βυρσοδεψείου που τον εντυπωσίασε.

Γράφει λοιπόν για «καθαρόν και μεγάλον βυρσοδεψείον», «όμοιον του οποίου δεν

υπάρχει εις ουδεμίαν χώραν», που το τοποθετεί οίο σημείο «όπου είναι η κεφαλή των ποταμών και το χείλος της θαλάσσης», έξω από την πύλη των Σαλώνων (σημ. εννοεί την πύλη-έξοδο μεταξύ της εκκλησίας του Αγ. Δημητρίου και της οικίας Γ. Βούλγαρη που την κατακρήμνισαν γύρω στα 1880).

Σημειώνει ότι το βυρσοδεψείο, στο οποίο υπήρχαν, κατά τον περιηγητή, δεξαμενές, χώροι φιλοξενίας και τεκέδες εργάζονταν φυγόδικοι εγκληματίες για «ανάνηψη» και τεχνική κατάρτιση, διέθετε δε «πολλάς αμπέλους και κήπους και πολλά ρυάκια καθαρού ρέοντος προς την θάλασσαν και αναμειγνυομένου μετ’ αυτής ύδατος» («Η περιήγησις του Εβλιά Τσελεμπή ανά την Στερεάν Ελλάδαν» Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών μελετών τ.β. (1969-1970) σελ. 177).

Η θέση του βυρσοδεψείου πρέπει κατά τη γνώμη μου να ταυτισθεί με την περιοχή του Κήπου Νόβα, όπου είναι το ΞΕΝΙΑ σήμερα, στο Γρίμποβο, δεδομένου ότι η πιο πάνω περιγραφή συμπίπτει τοπογραφικά με το σημείο αυτό. Εξάλλου ο μεταγενέστερος περιηγητής Coronelli κάνει λόγο, το 1686 που ήλθε στη Ναύπακτο, για νερά ανατολικά της πόλης της Ναυπάκτου που θέτουν σε λειτουργία μύλους και χρησιμοποιούνται από βυρσοδεψεία, ευθυγραμμιζόμενος με τις πληροφορίες του γάλλου ταξιδιώτη Spon, ο οποίος πέρασε από τη Ναύπακτο το 1676. (Για τους περιηγητές Coronelli και Spon θα αναφερθώ παρακάτω).

Με βάση το ότι στο χώρο του περιβολιού Νόβα, όπου αναβλύζουν πηγές «κοντά στο χείλος της θαλάσσης»,  υπήρχε υδρόμυλος εκεί μάλλον βρίσκεται και το βυρσοδεψείο, «με κήπους και ρυάκια». Μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι πλησίον της οικίας Μπρικόλα λειτουργούσε ίδια επιχείρηση (μεταπολεμικά από τον Γ. Σκεπαρνιά), το βυρσοδεψείο για το οποίο μιλάει ο Τσελεμπή εντοπίζεται προφανώς στη βόρεια πλευρά του περιβολιού Νόβα με τα παλιά του βορεινά όρια που έφθασαν μέχρι τον κεντρικό δρόμο (Αθηνών) της Ναυπάκτου.

Ακόμη ο Τσελεμπή αναφερόμενος με το απλοϊκό ύψος του στους τόπους αναψυχής της Ναυπάκτου προσθέτει: «Καμιά τριακοσαριά βήματα πιο κάτω, (σημ. από το Κεφαλόβρυσο), υπάρχουν υδρόμυλοι που επισκέπτονται συχνά οι κάτοικοι για τέρψη και ξεκούραση.

Μ’ αυτούς διανέμεται το νερό -που βγαίνει από τους βράχους- στα σπίτια της πόλης.

Τα νερά είναι καθαρά και χωνευτικά». (Εβλιά Τσελεμπή, Ταξίδι στην Ελλάδα, απόδοση Νικ. Χειλαδάκης σελ. 207).

Η επόμενη γνωστή περιγραφή του Γρίμποβου ανήκει στον Άγγλο Bernard Randolpf που περιέχεται στο πρώτο από τα δύο χρονικά του, αναφορικά με το ταξίδι του στην Ελλάδα, «The present state of the Morea called anciently Peloponessus …». Κάνοντας λόγο για τη Ναύπακτο μνημονεύει μια πηγή ανατολικά της πόλης, μισό περίπου μίλι, από την οποία διακλαδίζονται ρυάκια που, καταλήγοντας στην παραλία, δημιουργούν τετράγωνες νησίδες

φυτεμένες με πλατάνια σκιερά. Στον χώρο αυτό συχνάζουν πολλοί Τούρκοι (βλέπε “Αγγλόφωνοι περιηγητές στη Ναυπακτία” Ν. Τριψιάνου σε Ναυπακτιακά τομ. ΣΤ σελ. 483).

Το 1676, όπως προανέφερα, ο Γάλλος γιατρός Jacob Spon, που ήταν καλός φιλόλογος και αρχαιολόγος, περνάει από την Πάτρα με καράβι στη Ναύπακτο, Γενάρη μήνα.

Ο Spon στις εντυπώσεις από τη Ναύπακτο επισημαίνει μεγάλες πηγές νερού έξω και ανατολικά της πόλης κοντά στη θάλασσα “που θέτουν σε κίνηση αρχικά του νερόμυλους και ακολούθως εξυπηρετούν στην κατεργασία δερμάτων που είναι από τα πιο εμπορεύσιμα είδη της Ναυπάκτου”. Ο Άγγλος ταξιδιώτης “έμεινε έκθαμβος από την ομορφιά αυτής της τοποθεσίας και τη δροσιά της”, σημειώνοντας την ύπαρξη στην περιοχή αυτή περιβολιών με εσπεριδοειδή. Όσο για το ρετσινάτο κρασί της Ναυπάκτου το θεωρεί από τα καλύτερα της Ελλάδας (βλέπε Ε. Γερονικολού, “Γαλλόφωνοι περιηγητές στη Ναυπακτία, Ναυπακτιακά” τομ. ΣΤ, σελ. 472).

Ο γεωγράφος της Βενετίας Marco Coronelli  το 1686 ήλθε στη Ναύπακτο και για την περιγραφή της οποίας αντιγράφει σε πολλά σημεία τον Spon.

Αποθαυμάζει και αυτός τα πλατάνια, τους κήπους με τα εσπεριδοειδή της Ναυπάκτου (βλεπε Ε. Γερονικολού, όπως παραπάνω), εντοπιζόμενα στην περιοχή του Γριμπόβου, κατά τον Spon, από τον οποίο αντλεί τα στοιχεία ο Coronelli.

Ο Αγγλος λοχαγός William Leake που περιηγήθηκε την Ελλάδα επί μια 5ετία, στις 14 Φεβρουαρίου 1806 πέρασε από την τουρκοκρατούμενη Ναύπακτο, στην οποία βασίλευε δυστυχία, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι οι Έλληνες δουλεύουν σε κήπους και περιβόλια

με εσπεριδοειδή, που ευδοκιμούσαν λόγω των άφθονων νερών.

Φυσικά στην αφήγησή του αυτή “φωτογραφίζεται” και η περιοχή του Γρίμποβου. Προηγουμένως γράφει, ότι “Λίγο ανατολικά της Ναυπάκτου μια άφθονη πηγή νερού βγαίνει από το βουνό (σημ. Η πηγή του Κεφαλόβρυσου) γυρίζει μύλους, ποτίζει περιβόλια και τότε σμίγει με την θάλασσα” (Περιοδικό ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ 1975 σελ. 125, Μετάφραση Γ. Στάθης). Δηλαδή αναφέρεται και στους μπαξέδες και τους μύλους του Γρίμποβου.

Μετά την απελευθέρωση

Μετά τις πιο πάνω περιγραφές ξένων περιηγητών, που επισκέφθηκαν τη Ναύπακτο την περίοδο τους Τουρκοκρατίας και από τις οποίες αντλούμε γνώσεις για την τοποθεσία του Γριμπόβου, ο γερμανός περιηγητής Ludwig Salvator ερχόμενος στη Ναύπακτο το 1874, στην λεπτομερειακή του αφήγηση για την πόλη, περιγράφει το ανατολικό μέρος της, δυτικά του Κεφαλόβρυσου, ως εξής: “Προχωρώντας προς ανατολάς, έβλεπες φράχτες από καλάμια και κυπαρίσσια κατά μήκος τους δρόμου που προστάτευαν τους κήπους με ελιές, πορτοκαλιές και λεμονιές, ενώ οι κλάδοι των κισσών κάλυπταν τις φράχτες” (βλ. Μία περιγραφή της Ναυπάκτου από τον Ludwig Salvator, Γιάννης Βαρδακουλάς, Ναυπακτιακά τ. 6ος σελ. 579).

Από τις πληροφορίες των παραπάνω περιηγητών είναι φανερό ότι η περιοχή του Γρίμποβου διαρρέεται από αρκετά ρυάκια, “σούδες” όπως τα αποκαλούσαν οι νεότεροι Ναυπάκτιοι, τα οποία ξεκινούσαν από τις πηγές του Κεφαλόβρυσου και του κήπου του Νόβα. Από τα άφθονα νερά τους λειτουργού σαν νερόμυλοι, βυρσοδεψεία και ποτίζονταν κυρίως περιβόλια με εσπεριδοειδή πριν καταλήξουν στην θάλασσα.

Αποτελούσε δε τόπο κοινωνικής συναναστροφής και τέρψης για τους κατοίκους της Ναυπάκτου και τότε, που δροσίζονταν κάτω από μεγάλα “σκιερά δένδρα”.

Στο Γρίμποβο, ο χώρος μεταξύ του κήπου Νόβα και ανατολικά μέχρι το ύψος του καφενείου Μήτσου Ξανάλατου (που γράφω παρακάτω) και ΒΑ μέχρι την παλιά οικία Βλάντη, ονομαζόταν προπολεμικά “Βάλτος”, όντας πραγματικός βάλτος.

Η τοποθεσία αυτή ανήκε στο “Ανατολικό Προάστειο”, που εκτεινόταν ανατολικά από τους νότιους πρόποδες του λόφου της Δεξαμενής και του κήπου του Νόβα, περιλαμβάνοντας και την συνοικία της Αφροδίτης ή Καινούργιου χωριού – ΝΑ των πηγών Κεφαλόβρυσου. Ονομαζόταν έτσι μέσα και προς το τέλος του 19ου αιώνα, αλλά και μέχρι πρόσφατα, περί την δεκαετία του 1950, σύμφωνα με γραπτές πηγές (συμβόλαια, δημοτικά έγγραφα κ.λ.π.). Αξίζει να γραφεί ότι σε συμβόλαια πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και του 1960 η περιοχή του Γρίμποβου μνημονευόταν ως “Κεφαλόβρυσο” ή “Κάτω Κεφαλόβρυσο”.

Αρχαία Ευρήματα

Το “Ανατολικό Προάστειο” ήταν στην αρχαιότητα το “Ατείχιστον Προάστειον” που μνημονεύει ο Θουκυδίδης (βιβλίο Γ. 102)

Άλλωστε είναι τυχαίο το ότι τμήμα του ανατολικότερου τείχους της αρχαίας πόλης της Ναυπάκτου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο βρέθηκε από την αρχαιολογική έρευνα της  αρχαιολόγου Γεωργίας Αλεξοπούλου στο ΝΑ μέρος του οικόπεδου Κομιστή, στην διασταύρωση των οδών Αθηνών και Θ. Νόβα;

Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία που μου έδωσε ο Γιάννης Βαρδακουλάς, ότι ο χώρος του “Βάλτου” πριν τον πόλεμο (Β’ Παγκόσμιο) ήταν το “γήπεδο” της τότε ποδοσφαιρικής ομάδας της Ναυπάκτου “Αγέλαος”.

Αντιπροσωπευτικό “δείγμα” του μαγευτικού τοπίου του Γριμπόβου αποτελούσε ο κήπος του Νόβα, μέχρι που καταστράφηκε για τις ανάγκες ανέγερσης του ΞΕΝΙΑ στο σημείο αυτό επί των ημερών μας.

Θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μη γίνει αναφορά στα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών γύρω στο 1976 ενόψει της κατασκευής του ΞΕΝΙΑ Ευδοκία στον κήπο Νόβα. Βρέθηκαν λοιπόν κατά μήκος της ΝΔ γωνίας και Ν. πλευράς του οικοπέδου τρία μεγάλα κτίρια διαφορετικών φάσεων της ρωμαϊκής εποχής, δεξαμενές νερού της ίδιας περιόδου, ρωμαϊκός τάφος, ελληνιστικός τοίχος και στην βόρειά του (πλευρά), ελληνιστικό οχυρωματικό έργο μισο – κατεστραμμένο από νεώτερο κτίριο.

Βορειοδυτικά του οικοπέδου εντοπίσθηκε οικοδομικό συγκρότημα, μάλλον μέρος από ρωμαϊκές θέρμες, σε όλον δε τον ανασκαμμένο χώρο (ιδιαίτερα στα παραπάνω κτίρια) ανακαλύφθηκαν κινητά ευρήματα (νομίσματα, μαγειρικά σκεύη, λύχνοι κ.λ.π.) κυρίως ρωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής περιόδου. (Πιο αναλυτικά για τα ευρήματα των ανασκαφών βλέπε την εργασία της Φ. Ζαφειροπούλου στο Αρχαιολογικό Δελτίον 1976 Β-1 Χρονικά σελ. 165 – 169). Ερείπια προφανώς αρχαίων λουτρών έχουν ανακαλυφθεί, δυτικά του Κήπου, στην συμβολή των δρόμων Αρβανίτη και Αποκαύκου – νότια από το 1ο δημοτικό σχολείο.

Ο κήπος του Νόβα μεταπολεμικά ήταν στην κυριολεξία παράδεισος, κατάφυτος από μεγάλα δένδρα (ευκάλυπτους, καρυδιές, κυπαρίσσια, εσπεριδοειδή κ.λ.π.), στολισμένα αυτά και οι πέτρινες κολώνες των διαδρόμων του με κισσούς.

Οι διάδρομοι αυτοί με τα φαναράκια τους κατάληγαν σ’ ένα πλάτωμα προς το μέσον του περιβολιού, όπου τους καλοκαιρινούς μήνες τις δεκαετίας του 1950 και 1960 διοργανώνονταν χοροεσπερίδες με μουσικούς της εποχής. Πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο κήπος ήταν φυτεμένος και με λαχανικά από του Γεώργιο Λουκέρη που τον επέβλεπε. Παλιότερα, συμβόλαιο του 1872 της Χρυσής χήρας Παναγιώτη Νόβα προς τον Ιωάννη Τρικκαίο, με το οποίο η πρώτη ξεπλήρωνε χρέος της στον δεύτερο με πενήντα τρεις “βαρέλους οίνου” , φανερώνει ότι το προικώο περιβόλι της κόρης της Βασιλικής Νόβα περιλάμβανε τότε και αμπέλι, γιατί το κρασί προερχόταν απ’ αυτό.

Ο Μύλος, τα πλατάνια, το καφενείο

Στη ΝΑ γωνία του κήπου υπάρχει μέχρι σήμερα απομεινάρι παμπάλαιου λιθόκτιστου αλευρόμυλου που κινείταν με τα νερά των πηγών στην ΒΑ άκρη του περιβολιού, εκεί που βρίσκεται το κτίσμα των “πηγών Νόβα”.

Διακρίνεται μάλιστα καθ’ όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του κήπου του ΞΕΝΙΑ τσιμενταύλακας μέσω του οποίου κατευθύνονταν τα νερά των πηγών σε στέρνα και από εκεί μέσω δύο χοανών διοχευτεύονταν με σχετική πίεση στο εσωτερικό του κτίσματος, όπου κινούσαν δύο μυλόπετρες.

Ο αλευρόμυλος αυτός λειτούργησε περίπου μέχρι το 1945 με τελευταίο εργάτη τον Καλλικράτη Κοκκίνη, ενοικιασμένος από τον Γιάννη Μπούσγο.

“Συν τω χρόνω” γεννήθηκε ανάγκη λειτουργίας μαγαζιών για την ξεκούραση των θαμώνων του πολυσύχναστου αυτού μύλου που με τα ζώα τους έφερναν να αλέσουν τα δημητριακά τους. Έγινε αρχικά το καφενείο Νόβα με τον περίβολό του, -που λειτουργού σαν προκατοχικά ο Μανώλης Ταχίνης και ο Δήμος ο Πεννιάς- ευρισκόμενο ακριβώς νότια του ξενοδοχείου “ΑΚΤΗ” σήμερα, όπου είναι η πρασιά, δίπλα στον ανατολικό τοίχο του αλευ-ρόμυλου (Νόβα). Στη συνέχεια κατασκευάσθηκε το καφενεδάκι του Μήτσου Ξανάλατου, του “Κολοβελώνη” όπως το ξέρουμε. Να προσθέσω ότι ακριβώς βόρεια του καφενείου Νόβα (εκεί που αρχίζει το πιο πάνω ξενοδοχείο ΑΚΤΗ) λειτουργούσε μετά κατοχικά  ο υπαίθριος κινηματογράφος του Γιάννη Μπούσγου.

Βορειότερα δε ανάμεσα στην πλατεία, στη διασταύρωση των δρόμων Θ. Νόβα και Κορυ-δαλλέως και του κεντρικού δρόμου -Αθηνών- υπήρχε υδρόμυλος.

Δυτικά του υδρόμυλου, εκεί που βρίσκεται σήμερα η πολυκατοικία Κονιστή, υπήρχε προπολεμικά χάνι. Το χάνι αυτό δεν πρέπει να ήταν άλλο από το “ξενοδοχείο” των αδελφών Νόβα. που απαντάται σε συμφωνητικό του 1839, με το οποίο ρύθμιζαν αυτοί οικοδομικό ζήτημα με τον Ιωάννη Βλάχο, ιδιοκτήτη γειτονικού οικοπέδου.

Ο συνταξιούχος δάσκαλος Κ. Γ. Ξαρλής, το 1970, στο βιβλίου του “Ναύπακτος και Ναυπακτία, περασμένη ζωή” σελ. 6, μας πληροφορεί ότι το καφενείο του Ξανάλατου έχει ζωή πριν το 1820. Ίσως να ενέχει υπερβολή αυτή η χρονολογική του αναγωγή, ωστόσο πρέπει να υπήρχε στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Αρχικά αυτό ήταν ισόγειο, με κεραμοσκεπή και  στη συνέχεια προστέθηκε ο επάνω όροφος, όπως μαρτυρούν παλιές φωτογραφίες. Στην αυλή του καφενείου φυτεύθηκαν και οι πλάτανοι για να έχουν ίσκιο οι πελάτες του μύλου. Αυτά τα αιωνόβια πλατάνια που κοσμούν και σήμερα τον χώρο του καφενείου. Ο χώρος αυτός του καφενείου ανήκε στον Ξενοφώντα Πράππα, ο οποίος τον μεταβίβασε με την προς δυσμάς περιοχή του, συνολικά 9 στρέμματα, στον Θανάση Ξανάλατο (πατέρα του Μήτσου), το 1914.

Μιλώντας ο Κ. Γ. Ξαρλής για τα πλατάνια του Γριμπόβου σημειώνει”… Από την ανάπτυξη που σήμερα (σημ. 1970) παρουσιάζουν τα πλατάνια της ακρογιαλιάς, βγαίνει πως φυτεύθηκαν σε πέντε περιόδους. Οι παλιότεροι Επαχτήτες που σκέφτηκαν να φροντίσουν για την δική μας χαρά, μας είναι άγνωστοι. Τους μακαρίζομεν με απόλυτο σεβασμό και τους ευγνωμονούμε. Τελευταίος απ’ όλους φρόντισε και συμπλήρωσε τα κενά, τα πολλά που ήταν, ο τόσο νωρίς μακαρίτης Λευτέρης ο Ρήγας, διαλεχτός δικηγόρος και άνθρωπος. Αυτός με το τέλος του δεύτερου μεγάλου (σημ. Παγκοσμίου) Πολέμου και σε συνέχεια σχεδόν της δημαρχίας του πατέρα του, έγινε για λίγο καιρό Δημοτικός σύμβουλος.

Βάλθηκε τότε, την παραλία του Γριμπόβου να την δενδροφυτέψη  πέρα ως την άκρη, ως τα σφαγεία…” (σημ. στο τέλος του αλσυλλίου).

Να προσθέσω εγώ ότι πλατάνια στο Γρίμποβο, από το ύψος της οδού Π. Ρήγα και ανατολικά φύτεψε ο στρατηγός Σαμπασάκος- μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο- στον οποίο οφείλεται και η δενδροφύτευση του Κάστρου.

(Με την ευκαιρία να μεταφέρω την πληροφορία που μου έδωσε για τον άλλο γιγάντιο πλάτανο στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής Πλατείας (Φαρμάκη) της Ναυπάκτου η συνταξιούχος δασκάλα Χρυσάνθη Τραγούδα.

Ο πλάτανος αυτός φυτέυθηκε από τον πρόγονο της Ιωάννη Φωτόπουλο ή Κουτσάφτη, Σουλιώτη Φαλαγγίτη μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους.

Μάλιστα στον πλάτανο αυτό είχε χαράξει τα αρχικά του ονόματος του).

Πως προέκυψε η ονομασία

Το πιο πάνω καφενείο λοιπόν του Ξανάλατου στο Γρίμποβο από τόπος ξαποστάματος των πελατών του μύλου, με την πάροδο του χρόνου, μετατράπηκε σε στέκι των ψαράδων, αλλά και των νέων (αγοριών) που απολάμβαναν τον καφέ τους σε στιγμές ξεγνοιασιάς και ψυχαγωγίας.

Κατά τον Κ. Ξαρλή στο καφενεδάκι αυτό οφείλει την ονομασία της σε Γρίμποβο όλη η ανατολική παραλία. Όπως ιστορεί ο ίδιος (όπως παραπάνω σελ. 7) . “Τα ίδια τ’ αγόρια το βάφτισαν το φτωχό μαγαζάκι με τον βροντερό τίτλο του “Γρίμποβο”.

Μαζεμένα εκεί στις 10 Οκτωβρίου στα 1912 μάθανε πως σε μία θυελλώδη επίθεση ο Στρατός μας εκείνη την ημέρα πήρε από τους Τούρκους και κράτησε τα υψώματα του Γρίμποβου της Άρτας και συμφώνησαν «Γρίμποβο» να βαφτίσουν το αβάφτιστο κέντρο του. Έπιασε η ονομασία κι έμεινε μοναδική για όλο το ανατολικό μας ακρογιάλι. Έγινε τότε και το σύνθημα της ωραίας ζωής για τους νέους: «Στο Γρίμποβο», «θα τα κάνουμε όλα Γρίμποβο απόψε!!!»

Έτσι από τον Οκτώβριο του 1912 πήρε το όνομα η περιοχή, «Γρίμποβο».

Την είδηση αυτή για το πώς και πότε ονομάσθηκε η ανατολική παραλία της Ναυπάκτου την αποδίδει ο Κ.Γ.Ξαρλής στον τότε «σύγχρονο των γεγονότων» Μήτσο Λελούδα, δάσκαλο. Κατά συνέπεια δεν χωράει καμία αμφιβολία για την προέλευση της ονομασίας «Γρίμποβο». Όμως ο Ξαρλής μάλλον από σύγχυση αναφέρει ότι το καφενείο Ξανάλατου βαφτίσθηκε «Γρίμποβο» Έτσι ονομάζεταν το προλεγόμενο μικρό καφενείο του Νόβα -δίπλα στον μύλο του-. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ψαράδες προπολεμικά έλεγαν «πάμε στο Γρίμποβο (σημ. στον χώρο του καφενείου) να απλώσουμε τα δίχτυα», ξεχωρίζοντάς το από αυτό του Ξανάλατου.

Το καφενείο Νόβα, που σημειωτέον επισκευάσθηκε μετακατοχικά, λειτουργούσε μέχρι και την δεκαετία του 1950, στο νότιο ( υπαίθριο χώρο του οποίου τοποθετούσαν ι μάλιστα τα καλοκαίρια τραπεζοκαθίσματα. , Την εικόνα του Γρίμποβου, προκατοχικά, από δύση προς ανατολή, συνέθετε, η περιοχή του κήπου του Νόβα με τον μύλο και παρά πλευρά το καφενείο του, πιο πέρα το καφενείο Ξανάλατου με περιβόλι στο επάνω μέρος και στάβλο στο ανατολικό, στη συνέχεια ο δρόμος που κατέληγε βόρεια στο καφενείο Καρακώστα στο Κεφαλόβρυσο (οδός Π. Ρήγα σήμερα) και ακολούθως εκτείνονταν τα Ξαναλατέικα κτήματα και άλλων (με αδιαπέραστες συστάδες καλαμιών στην ακροθαλασσιά, «τα καλάμια της Πηνειώς»), τα οποία έφθαναν περίπου μέχρι τα παλιά σφαγεία -που κατασκευάσθηκαν επί Μεταξά- (στο τέλος δηλαδή του αλσυλλίου που φυτεύτηκε μεταπολεμικά μάλλον από τον Λευτέρη Ρήγα).

Ο παραλιακός δρόμος του Γρίμποβου, μονοπάτι ουσιαστικά, προϋπήρχε του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Τα στοιχεία για την προ και μετά την Κατοχή εμφάνιση του Γρίμποβου και για ποιο καφενείο ονομάζεται «Γρίμποβο», προέρχονται από τον Γιώργο Κ. Χριστόπουλο ή Φαναρά, ψαρά κατοχικά και για ένα διάστημα μετά. Εξάλλου πολύτιμη είναι και η μαρτυρία του πιο πάνω λαμπρού επαχτίτη Γ. Βαρδακουλά, για τον τίτλο «Γρίμποβο» του καφενείου του Νόβα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι προπολεμικά η ρηχή θάλασσα του Γρίμποβου ήταν «απαγορευμένος καρπός» για τα παιδιά, μιας και τα κυνηγούσε ο «παιδονόμος», αν πήγαιναν για κολύμπι εκεί.

Αλλά και οι γυναίκες απαγορευόταν από τα αυστηρά κοινωνικά ήθη να κυκλοφορήσουν την περίοδο που βαπτίσθηκε το καφενείο και το μέρος Γρίμποβο.

Από την μαρτυρία του Μήτσου του Λελούδα, όπως μας την μεταφέρει ο Κ. Γ. Ξαρλής στο πιο πάνω βιβλίο του, μαθαίνουμε ότι τα καλοκαιρινά βράδια τις Κυριακές, στο σκοτάδι, με συνοδεία πήγαιναν στο «Γρίμποβο» για να δροσιθούν και να ιδούνε την θάλασσα σαν «κουργιοί», κατά την έκφραση του παραπάνω δάσκαλου.

Τα χρόνια πέρασαν, η όμορφη παραλία απέκτησε και άλλα κέντρα, τις χάρες της θάλασσας απολαμβάνουν όλες οι ηλικίες και τα δύο φύλα, για να έλθουμε σήμερα στο «κοσμικό» Γρίμποβο.

Μεγαλοπρεπή δένδρα κόπηκαν (βλέπε Ξενία), τα πέτρινα γεφυράκια του παλιού καλού καιρού στα ρυάκια έδωσαν τη θέση τους στην άσφαλτο και η περιοχή βεβηλώθηκε από την χωρίς περιορισμούς χρήση τσιμέντου -κυρίως από το 1990 και μετά και η ευθύνη βαρύνει τις Δημοτικές  Αρχές-. Απομένουν τα βαθύσκιωτα πλατάνια, τα ρυάκια με την «αέναη ροή» τους και η από το 1829 σιδηρόπορτα με το πανώγραμμα «Κήπος Π. Νόβα», για να θυμίζουν παλιές ωραίες εποχές που δεν θα ξανάρθουν …



Ακολουθήστε μας σε Google News, Facebook και Instagram και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...