Ο δόλος στην αδυναμία πληρωμής του δανειολήπτη

-Επίκαιρο άρθρο του Ευάγ.Παπαγεωργίου

Α΄  Υπαιτιότητα του δανειολήπτη

Βασική αρχή του Ν. 3869/2010, γνωστού και ως Νόμου «Κατσέλη» για την προστασία των δανειοληπτών, είναι η έλλειψη δόλου. Με άλλα λόγια για να προστατευθεί κάποιος από τον συγκεκριμένο νόμο πρέπει να έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του χωρίς δόλο.

Ως δόλος νοείται η γνώση του δανειολήπτη και η ταυτόχρονη επιθυμία του να παράξει ένα παράνομο αποτέλεσμα και κυρίως να προβεί σε έναν αλόγιστο, ξέφρενο και παράλογο δανεισμό του φθάνοντας στα όρια του υπερδανεισμού.

Ο οφειλέτης-δανειολήπτης αναπτύσσει μια δόλια συμπεριφορά είτε αρχικά κατά τη λήψη του δανείου είτε μεταγενέστερα μετά την ολοκλήρωση της δανειοδότησης, με αποτέλεσμα να συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας του πληρωμής του χρέους.

Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνωρίζει κατά την ανάληψη του χρέους ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή του, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε αργότερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής. Επομένως ο οφειλέτης αποφασίζει να δανεισθεί και πράγματι δανείζεται, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι από τη μία τα εισοδήματά του δεν είναι επαρκή και από την άλλη οι ανάγκες του είναι μεγάλες, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εξυπηρετήσει το δάνειο αυτό ή προβλέπει μεν πολύ πιθανό να μην το εξυπηρετήσει, πλην όμως το αποδέχεται ανεπιφύλακτα.

Με άλλα λόγια η πιστώτρια Τράπεζα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο, ότι ο οφειλέτης-δανειολήπτης δεν ήταν συνετός και σώφρων αλλά απερίσκεπτος και επιπόλαιος, ανέλαβε δε με τον δανεισμό του υπερβολικούς κινδύνους ή δυσανάλογες με τις οικονομικές του δυνατότητες υποχρεώσεις, κάτι μάλιστα που είναι αυταπόδεικτο δικαστικά, όταν ο συγκεκριμένος δανειολήπτης χρησιμοποιεί την τραπεζική πίστωση για να προβεί σε πολυτελείς ή ιδιαίτερα υψηλές καταναλωτικές δαπάνες, σε σχέση με τις δυνατότητές του και γενικά με αυτές που δικαιολογεί το εισόδημά του.

Συμπερασματικά όλες οι επιλογές των δανειοληπτών δεν προστατεύονται από τον Νόμο 3869/2010 και κυρίως δεν τυγχάνουν προστασίας ούτε ο αλόγιστος δανεισμός, ούτε ο υπερδανεισμός του δανειολήπτη, με αποτέλεσμα να μην τίθεται σε καθεστώς προστασίας ακόμη και η πρώτη κατοικία του συγκεκριμένου οφειλέτη.

Πίσω λοιπό από αυτόν τον μανδύα της «ύπαρξης δόλου από τον δανειολήπτη» αρκετές δικαστικές αποφάσεις απορρίπτουν αιτήσεις δανειοληπτών να υπαχθούν στον Νόμο «Κατσέλη» δικαιώνοντας τις Τράπεζες, οι οποίες πάντα σε όλες τις υποθέσεις υποβάλλουν τις ενστάσεις της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και της δόλιας περιέλευσης του δανειολήπτη σε αδυναμία πληρωμής.

Β΄  Τρόποι αντίδρασης του δανειολήπτη

Ακόμη όμως και στην περίπτωση εκείνη, που υπάρχει ένας απερίσκεπτος, επιπόλαιος , μη συνετός και μη σώφρων δανειολήπτης, που έλαβε κατά το παρελθόν αλόγιστα δάνεια προκειμένου να αποκτήσει ακίνητα και κινητά, υπερβαίνοντας κάθε όριο δανεισμού και αγγίζοντας πλέον τον υπέρμετρο υπερδανεισμό, υπάρχει η δυνατότητα εκ μέρους του να αμυνθεί κατά της Τράπεζας.

Κατ’ αρχάς ο δανειολήπτης αυτός πρέπει να περάσει στην αντεπίθεση ενισχύοντας την άποψη ότι η Τράπεζα επέδειξε προφανή παράλειψη μη ουσιαστικής διερεύνησης της οικονομικής του κατάστασης, πριν του χορηγήσει το δάνειο ή τα δάνεια, και γενικά χωρίς αυτή να ελέγξει, να εξετάσει και να αναλύσει τόσο την πιστοληπτική του ικανότητα όσο και την ταμειακή του ρευστότητα.

Τα Δικαστήρια, μέχρι σήμερα, κάκιστα πολλές φορές ξεπερνούν το θέμα αυτό «αθωώνοντας» ουσιαστικά τις Τράπεζες, οι οποίες όχι μόνο χορηγούσαν δάνεια χωρίς ιδιαίτερους ελέγχους, χωρίς προγραμματισμό και πολλές φορές χωρίς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αλλά στελέχη των Τραπεζών, προκειμένου να εισπράξουν bonus και να ανέλθουν ιεραρχικά, μοίραζαν αφειδώς δάνεια…

Στη συνέχεια ο δανειολήπτης έχει και άλλα όπλα για να αποκρούσει την Τράπεζα και πιο συγκεκριμένα:

α) Πρέπει να ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου από τη Τράπεζα να του αναφέρει σε ποίες αγορές καταναλωτικών ειδών άλλως δαπανηρών ειδών πολυτελείας αυτός προέβη, από τις οποίες προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτός διήγαγε έκλυτη, χλιδάτη και άσωτη ζωή.

Η χορήγηση ενός καταναλωτικού δανείου ή και περισσοτέρων του ενός δεν σημαίνει αυτοδίκαια ότι ο δανειολήπτης είχε ροπή προς την υπέρμετρη και ξέφρενη κατανάλωση, καθώς η Τράπεζα θα πρέπει να υποχρεωθεί να αποδείξει ότι ο πελάτης της προέβαινε σε συγκεκριμένες αγορές από πανάκριβα καταστήματα πολυτελείας σε είδη καθαρά καταναλωτικά προκειμένου να επιδειχθεί στον κοινωνικό του περίγυρο. Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό από την Τράπεζα, καθώς σε περίπτωση ιδιαίτερα χορήγησης στον πελάτη της πιστωτικής κάρτας, πάντα στους μηνιαίους λογαριασμούς του εμφανίζονται όλες οι αγορές από τα καταστήματα.

Συνεπώς το Δικαστήριο οφείλει κατόπιν υποβολής αιτιολογημένου αιτήματος από τον δανειολήπτη, να υποχρεώσει την πιστώτρια  Τράπεζα να αποδείξει τις αγορές πανάκριβων καταναλωτικών ειδών σε καταστήματα πολυτελείας από πλευράς αυτού.

β) Πρέπει να ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου από τη Τράπεζα να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά ή γεγονότα, που να συνιστούν «περίεργη» συμπεριφορά του, από την οποία να προκύπτει ο επιδιωκόμενος σκοπός του να διαμορφώσει ένα επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που του επέτρεπε το εισόδημά του. Ουσιαστικά η Τράπεζα οφείλει να αποδείξει δικαστικά ότι ο δανειολήπτης προβαίνοντας σε αγορές δαπανηρών ειδών πολυτελείας για την ικανοποίηση και μόνο των καταναλωτικών του συνηθειών, αναγκών και ορέξεων, υπερέβη κάθε μέτρο λογικής και κάθε όριο σύνεσης του μέσου καταναλωτή, με αποτέλεσμα να επέλθει φυσιολογικά η χειροτέρευση της οικονομικής του θέσης και κατάστασης με την συνακόλουθη αδυναμία επαρκούς εξυπηρέτησης των χρεών του.

γ) Πρέπει να ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου από την Τράπεζα να αποδείξει ποίες συγκεκριμένες κινήσεις ή ενέργειές του συνιστούν παραπλάνηση του πιστωτή ή απόκρυψη του εισοδήματός του ή δόλιας μείωσης της οικονομικής του θέσης ή δόλιας χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης.

Με άλλα λόγια η Τράπεζα πρέπει να αποδείξει δικαστικά ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες του δανειολήπτη ήσαν σκόπιμες για να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του και σίγουρα με τέτοια πολιτική εκ μέρους του νομοτελειακά δεν θα μπορούσε ποτέ στο μέλλον να εξοφλεί αυτός τις μηνιαίες δόσεις του δανείου του και να είναι τραπεζικά ενήμερος.

δ) Πρέπει να ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου από τη Τράπεζα να αποδείξει πως συνδέονται τα καταναλωτικά δάνειά του με τις λίστες αγοράς συγκεκριμένων δαπανηρών ειδών πολυτελείας για τη δημιουργία επίπλαστου πλουτισμού του, πως συνδέονται οι αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του με τον έκλυτο, άσωτο και χλιδάτο τρόπο διαβίωσής του και πως συνδέονται οι υπέρμετρες σπατάλες του με την δημιουργία οικονομικού ανοίγματος και μείωσης της ταμειακής του ρευστότητας.

Συμπέρασμα

Το θέμα του «δόλου» αναφορικά και σε σχέση με την μόνιμη και γενική αδυναμία του δανειολήπτη να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου του έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τα δικαστήρια. Όταν υπάρχει δόλος τότε ο δανειολήπτης δεν μπορεί να προστατευθεί από τον Νόμο «Κατσέλη», πλην όμως αυτό είναι θέμα απόδειξης και το βάρος απόδειξης το φέρει μόνο η Τράπεζα. Σε κάθε περίπτωση για να τύχει προστασίας ο δανειολήπτης, πρέπει να αποδείξει ότι δεν είχε δόλο κατά τον χρόνο δανεισμού του ή και μετά την λήψη του δανείου του.

Ευάγγελος Παπαγεωργίου

Δικηγόρος Αθηνών στον Άρειο Πάγο

Πτυχιούχος MASTER στο Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ γράψτε το σχόλιο σας!
Το όνομα σας ...